"Τα διδάγματα του παρελθόντος ας γίνουν 'πατήματα' του παρόντος στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον"



ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Φόρτωση...

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

ΕΠΟ11 (Ευρωπαϊκή Οικονομική Ιστορία) - 4/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ

ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ
«Εκτιμήστε τις συνέπειες των τεχνολογικών μεταβολών κατά τον 20ο αιώνα όπως αυτές εκδηλώθηκαν στους χώρους της εργασίας και της οργάνωσης των επιχειρήσεων»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ ΕΙΣΑΓΩΓΉ
◦ Οι Τεχνολογικές Εξελίξεις και οι Επιπτώσεις τους Κατά το 1ο Μισό του 20ου αι.
◦ Η Τεχνολογία ως Παράγοντας Διαμόρφωσης Νέων Εργασιακών Σχέσεων στη Μεταπολεμική Περίοδο
◦ ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: Ο Ρόλος της Σύγχρονης Τεχνολογίας στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εισαγωγή
Οι τεχνολογικές επαναστάσεις της ανθρωπότητας επηρέασαν όχι μόνο την οικονομία των κρατών, αλλά και τον τρόπο διακυβέρνησης, τις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις και τον τρόπο παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων. Ιστορικά, τα τεχνολογικά επιτεύγματα διαδραμάτισαν κύριο ρόλο στη μετάβαση από τη φεουδαρχική κοινωνία στην κοινωνία του εμπορικού καπιταλισμού και ακολούθως στη μετεξέλιξη του βιομηχανικού καπιταλισμού. Οι τεχνολογικές καινοτομίες δημιούργησαν νέες οικονομικές και κοινωνικές θεωρίες για τον τρόπο παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης των αγαθών, οι οποίες στην πορεία επηρέασαν την παγκόσμια οικονομική και πολιτική σκηνή και τις σχέσεις των κρατών μεταξύ τους.
Βασικός στόχος της εργασίας θα είναι να καταδειχτεί ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι τεχνολογικές εξελίξεις του 20ου αι. στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και ειδικότερα στις επιχειρήσεις, την οργάνωση της παραγωγής και τις εργασιακές σχέσεις. Για να συμβεί αυτό θα γίνει πρώτα ένας χρονικός διαχωρισμός ανάμεσα στο 1ο μισό του αιώνα όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις είχαν κύριο αντίκτυπο στην παραγωγική λειτουργία και στο 2ο μισό του αιώνα όπου η τεχνολογία αποκτά πλέον δομικό συστατικό ρόλο στη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος και των διεθνών σχέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στο τέλος του 20ου αι. διαμορφώνεται μια κατάσταση υπέρβασης των συνόρων τόσο για τις μετακινήσεις όσο και για τις συναλλαγές, θα ακολουθήσει μία σύντομη περιγραφή των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν στο σύγχρονο καθεστώς παγκοσμιοποίησης των αγορών.
Ο κόσμος στη διάρκεια του 20ου αιώνα ολοκληρώνεται προοδευτικά ως αποτέλεσμα οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων, οι οποίες συνδέουν όλα τα μέρη σε ένα παγκόσμιο σύστημα. Το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης αποτελεί καίριο θέμα σύγχρονου προβληματισμού, λόγω των αντικρουόμενων απόψεων περί των αποτελεσμάτων της και του αναπόφευκτου του χαρακτήρα της, ως λειτουργία και διαδικασία που λαμβάνει χώρα πέρα και πάνω από τις επιλογές μας. Δεχόμενοι ότι οι νέες τεχνολογίες αποτελούν δομικό συστατικό και για πολλούς γενεσιουργό αιτία του φαινομένου, θα επισημανθεί ο ρόλος των τεχνολογιών αυτών στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι επιπτώσεις τους κατά το 1ο μισό του 20ου αιώνα
Προς το τέλος της δεύτερης φάσης της Βιομηχανικής Επανάστασης και λίγο πριν τον 20ο αι. οι επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά διογκώνονται, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια συσσωρεύονται και οι τράπεζες προσδοκούν την απελευθέρωση των αγορών για να διεθνοποιηθούν. Η παραγωγή προσανατολίζεται στο χάλυβα, τα χημικά και τον μηχανολογικό εξοπλισμό σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση των νέων μορφών ενέργειας (πετρέλαιο, ηλεκτρισμός) και ταυτόχρονη ανάπτυξη των αντίστοιχων κλάδων. Προς το τέλος του 19ου αι. η ηλεκτρική ενέργεια αρχίζει να βρίσκει εφαρμογές στη βιομηχανία ενώ η εξάπλωσή της κατέστησε εφικτή την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών (Γαγανάκης, 1999: 264-266, 268).
Κάπως έτσι ξεκίνησε η εδραίωση μιας παγκόσμιας αγοράς που στηρίχθηκε εν πολλοίς στις τεχνολογικές εξελίξεις που συντελέστηκαν στις μεταφορές-συγκοινωνίες και επικοινωνίες. Η μείωση του κόστους μεταφορών που προέκυψε ενέτεινε το διεθνή ανταγωνισμό για εφοδιασμό των αγορών με αγαθά και ενίσχυσε το επιχείρημα για απελευθέρωση του εμπορίου Παρατηρήθηκε γενικότερα μια στροφή προς μακροπρόθεσμες επενδύσεις που απαιτούσαν μεγάλα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και συνεργασία με τον χρηματοπιστωτικό τομέα (Γαγανάκης, 1999: 263-264).
Καθώς λοιπόν οι εφαρμογές των τεχνολογικών καινοτομιών στρέφουν το επενδυτικό ενδιαφέρον προς τα προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας, το παραγωγικό βάρος μετατοπίζεται γεωγραφικά από τη Βρετανία προς τις ραγδαία αναπτυσσόμενες ΗΠΑ και τη Γερμανία. Η Γερμανική υπεροχή εκφράστηκε μέσω κυρίως της χημικής βιομηχανίας ενώ η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ εκφράστηκε στον τομέα του μηχανολογικού εξοπλισμού και ειδικά στα τροχοφόρα οχήματα καθιστώντας το αυτοκίνητο ως βασικό συγκοινωνιακό μέσο, ενώ σύντομα ακολούθησε η εφεύρεση του αεροπλάνου. Τα νέα αυτά βιομηχανικά προϊόντα αναπτύχθηκαν παράλληλα με τον κλάδο του πετρελαίου που αποτέλεσε τη νέα καύσιμη ύλη (Γαγανάκης, 1999: 266-268).
Η έναρξη του 20ου αι. προαναγγέλλει την μαζική χρήση καινοτόμων μηχανολογικών εξοπλισμών και ενεργειακών υλών (μηχανές ντίζελ εσωτερικής καύσης) αλλά και της επικράτησης νέων μεθόδων και διαδικασιών οργάνωσης της παραγωγής σταθερά προσηλωμένων στις εργασιακές πρακτικές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το μοντέλο της γραμμής παραγωγής της αυτοκινητοβιομηχανίας Φορντ αποτέλεσε ένα ολόκληρο θεωρητικό μοντέλο οργάνωσης της εργοστασιακής παραγωγής συνυφασμένο με την εξειδίκευση και τον καταμερισμό (Γαγανάκης, 1999: 267).
Η ανάγκη μαζικοποίησης της παραγωγής συνδυαστικά με τις τεχνολογικές μεταβολές επέβαλε την αναδιοργάνωση των παραγωγικών διαδικασιών. Η ζητούμενη αύξηση της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με μείωση του κόστους παραγωγής και ταυτόχρονο συντονισμό των πολυάριθμων πρώτων υλών, δεν επιτεύχθηκαν από την αύξηση των εγκαταστάσεων και του παραγωγικού δυναμικού ή τον καλύτερο καταμερισμό εργασίας, αλλά από την μεγαλύτερη ταχύτητα επεξεργασίας και το συντονισμό ροής των υλικών που προσέφεραν οι μηχανές. Ταυτόχρονα άρχισε να ασκείται πίεση για ενσωμάτωση της διαδικασίας μαζικής διανομής του τελικού προϊόντος από την ίδια την επιχείρηση. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των παραγωγικών μονάδων και των λειτουργιών της επιχείρησης με συνολική διαχείριση της ροής των αγαθών από την αφετηρία (προμηθευτής πρώτης ύλης) μέχρι το τέρμα της διαδικασίας δηλαδή τον τελικό καταναλωτή (North, 2000: 271-272).
Στο εργασιακό επίπεδο η εκμηχάνιση της παραγωγής υπήρξε ο μεγαλύτερος εχθρός για τον ειδικευμένο τεχνίτη καθώς οι νέες μηχανές απαιτούν ανειδίκευτους χειριστές που μπορούν να αντληθούν από το πλεονάζον δυναμικό της πόλης και της υπαίθρου. Επιπλέον η εκμηχάνιση και η μαζικοποίηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών οδήγησε στη δημιουργία πολυκαταστημάτων που καταδίκασαν σε μαρασμό τους μικρούς καταστηματάρχες περιθωριοποιώντας τους ή μετατρέποντάς τους σε απλούς εργάτες. Ταυτόχρονα όμως η εκμηχάνιση οδήγησε στη ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα υπηρεσιών προσφέροντας μια κάποια διέξοδο στους εργάτες ώστε να αναζητήσουν απασχόληση σε τράπεζες, ασφάλειες, συγκοινωνίες, ταχυδρομεία κλπ. αναβαθμίζοντας το βιοτικό επίπεδό τους (Γαγανάκης, 1999: 271, 272-273, 276-277 και North, 2000: 253).
Ανακατατάξεις επήλθαν και στην οργάνωση και διοίκηση των επιχειρήσεων από την εισχώρηση των επενδυτικών κεφαλαίων και την παρέμβαση των μετόχων στη χάραξη της επιχειρηματικής πολιτικής. Οι ατομικές ιδιωτικές εταιρίες οι οποίες μπορούσαν μεν να αντλούν ξένα επενδυτικά κεφάλαια αλλά οι αρχικοί εταίροι διατηρούσαν την διεύθυνση, αρχίζουν σταδιακά να υποκαθίστανται από ανώνυμα μετοχικά σχήματα όπου η ιδιοκτησία διαχωρίζεται πλήρως από τη διαχείριση (Γαγανάκης, 1999: 268).
Επιγραμματικά, τα μεγάλα τεχνολογικά επιτεύγματα που έγιναν ορατά κατά το 1ο μισό του 20ου αι. είναι η ανάπτυξη αυτόματων μηχανών μαζικής παραγωγής που αντικαθιστούν το νου και τα χέρια των ανθρώπων και η χρήση νέων πηγών και υλών ενέργειας. Το πρώτο στο οποίο εντάσσεται και η γραμμή παραγωγής της Φορντ, αποτέλεσε αποτέλεσμα της εργασιακής εξειδίκευσης που διευκόλυνε την επινόηση μηχανών για την αντικατάσταση απλών εργασιών. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε μια οικονομική μεγέθυνση συνυφασμένη με τις αγορές μεγάλης κλίμακας που δημιούργησαν (North, 2000: 269-270).
Ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης στη Βιομηχανική Επανάσταση καθίσταται εντυπωσιακός κατά το τέλος αυτής της περιόδου ειδικά για τα έθνη που προαναφέρθηκαν. Δεν θα ήταν άστοχο να ισχυριστεί κανείς ότι ο συνδυασμός επιστήμης και τεχνολογίας ευθύνεται για την οικονομική επανάσταση του 20ου αι.. Ακόμα και αν συνυπολογίσουμε την αναγκαστική διακοπή των αναπτυξιακών τάσεων που προκάλεσαν οι δύο κοντινοί χρονικά Παγκόσμιοι πόλεμοι, τα τεχνολογικά γεγονότα που σχετίζονται με την οικονομική μεγέθυνση ταυτίζονται με την εξαιρετική επιστημονική πρόοδο που συντελέστηκε ειδικότερα στο δεύτερο μισό του αιώνα (North, 2000: 253-254).

Η τεχνολογία ως παράγοντας διαμόρφωσης νέων εργασιακών σχέσεων στη μεταπολεμική περίοδο
Η τεχνολογική επανάσταση που βίωσε μεταπολεμικά η καπιταλιστική Δύση αποτέλεσε παράγοντα επιτάχυνσης της οικονομικής ανάπτυξης. Λόγω του Β’ Παγκόσμιου πολέμου οι τεχνολογικές ανακαλύψεις μαζικοποιήθηκαν, οι τεχνικές ειδικότητες πλήθυναν, η έρευνα προωθήθηκε εντατικά και τα επενδυτικά κεφάλαια κατευθύνθηκαν σε νεωτεριστικές εφαρμογές. Οι νέες τεχνολογίες που χρησιμοποιήθηκαν στη βιομηχανία ήταν έντασης κεφαλαίου δηλαδή απαιτούσαν μεγάλες και διαρκείς επενδύσεις σε χρήμα και οδήγησαν στην παραγωγή προϊόντων μαζικής κατανάλωσης (αυτοκίνητα, τηλέφωνα, ψυγεία, ραδιόφωνα κλπ.) για το διευρυμένο καταναλωτικό κοινό. Η επικράτηση της Κεϋνσιανής οικονομικής φιλοσοφίας, η διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, η κεφαλαιακή επάρκεια, η κρατική παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα και οι χρηματικές ροές από τις ΗΠΑ με το Σχέδιο Μάρσαλ, αποτέλεσαν ιστορικά τους πυλώνες της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Δύσης (Γαγανάκης, 1999: 316 & 318).
Αντίθετα στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολική Ευρώπης η εκβιομηχάνιση και η μαζικοποίηση της παραγωγής ήταν αποτέλεσμα 5ετών αναπτυξιακών προγραμμάτων που δεν στηρίζονταν σε εφαρμογές υψηλής τεχνολογίας. Η σοβιετικού τύπου κρατικά ελεγχόμενη βιομηχανική οργάνωση ήταν έντασης εργασίας δηλαδή στηριζόταν στο εργατικό δυναμικό γι’ αυτό και διόγκωσε παραδοσιακού τύπου κλάδους της βαριάς βιομηχανίας όπως αυτόν των ορυχείων. Για να υπάρξει επανεπένδυση πλεονάσματος στη βιομηχανία υποβιβάστηκε ο αγροτικός τομέας και συμπιέστηκε το εισόδημα της εργατικής τάξης με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η αγοραστική της δύναμη υπονομεύοντας έτσι τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης (Γαγανάκης, 1999: 311-312).
Η πλήρης αποδοχή των μοντέλων μαζικής παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας (φορντισμός, τεϋλορισμός) στις δυτικές οικονομίες συνδυάστηκε με μαζικοποίηση των τεχνολογικών εφαρμογών. Στόχος αλλά και τελικό αποτέλεσμα ήταν ο εκρηκτικός πολλαπλασιασμός της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων (πχ. αυτοκίνητα) που όμως ήταν επί τω πλείστον ενεργοβόρα με μακροπρόθεσμες οικολογικές συνέπειες. Η αμερικάνικη επιρροή υπήρξε έντονη με εκθέσεις, σεμινάρια και εκδόσεις που προπαγάνδιζαν την υψηλή παραγωγικότητα και τη μαζική κατανάλωση ως ανάχωμα στις εργατικές αναταραχές και τον κομμουνισμό. Τα οικονομικά αποτελέσματα της περιόδου επιβεβαίωσαν την ύπαρξη της οικονομίας μαζικής κατανάλωσης και συνοδεύτηκαν από αύξηση του εργατικού εισοδήματος, πλήρη απασχόληση και κοινωνική ασφάλιση. Όμως από τα τέλη του ’60 η κάμψη της παραγωγικότητας και η αύξηση των τιμών, η κατάρρευση του νομισματικού συστήματος, η πετρελαϊκή κρίση και η άνοδος του πληθωρισμού σηματοδότησαν μια περίοδο κρίσης και ανακατατάξεων (Γαγανάκης, 1999: 316-317, 319 και Ασημακοπούλου, 2008: 256-258).
Η οικονομική ανασφάλεια που προέκυψε οδήγησε στην ανάδυση νεοφιλελεύθερων προτάσεων για πλήρως ελεύθερες αγορές προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες κερδοφορίας των επιχειρήσεων που θα τροφοδοτούσαν την εκ νέου ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας. Ταυτόχρονα το ενδιαφέρον επιστημόνων και πολιτικών στράφηκε στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που θεωρήθηκαν ευέλικτες και ευπροσάρμοστες στις συνθήκες της αγοράς ενώ άρχισε να εξετάζεται η ευελιξία στην παραγωγή και την εργασία ως λύση έναντι των διακυμάνσεων και του ανταγωνισμού (Ασημακοπούλου, 2008: 259-260).
Οι επιχειρήσεις που επέλεξαν ευέλικτες μορφές οργάνωσης της παραγωγής με αξιοποίηση της τεχνογνωσίας και των δεξιοτήτων των εργαζόμενων, θεωρήθηκε ότι δημιουργούσαν νέες συνέργιες τουλάχιστον στο επίπεδο της βιομηχανικής περιφέρειας. Άλλωστε η θεωρητική διατύπωση της ευέλικτης εξειδίκευσης στηρίχθηκε στην ανάγκη προσαρμογής στην αλλαγή και όχι στον έλεγχο αυτής. Η υλοποίηση της προσαρμογής θα προέλθει μέσα από μια στρατηγική μόνιμης καινοτομίας με χρήση ευέλικτου μηχανολογικού εξοπλισμού και εξειδικευμένου δυναμικού. Οι εκφραστές της θεωρίας αυτής απορρίπτουν την κυριαρχία της μαζικής παραγωγής λόγω τεχνικής υπεροχής και τη νομοτελειακή εξέλιξη της μεταποίησης και αποσυνδέουν την εκμηχάνιση και την τεχνολογία από την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας (Ασημακοπούλου, 2008: 261-262).
Η θεωρία της ευέλικτης εξειδίκευσης δέχτηκε εμπειρική κριτική τόσο για τους γεωγραφικούς-τοπικούς περιορισμούς της όσο και για την απαιτούμενη τεχνική εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και την μειωμένη λόγω μεγεθών διαπραγματευτική του ικανότητα. Έτσι εμφανίστηκαν νέες μορφές ευέλικτης οργάνωσης των επιχειρήσεων όπως η αποκέντρωση των παραγωγικών διαδικασιών μέσω της υπεργολαβίας και η δικαιοχρησία όπου η διαχείριση των καταστημάτων γίνεται από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη αλλά οι κανόνες λειτουργίας, τα προϊόντα, το εμπορικό σήμα, η τεχνογνωσία και η εκπαίδευση παρέχονται από την παραγωγό επιχείρηση (Ασημακοπούλου, 2008: 263-264).
Από το τελευταίο τέταρτο του αιώνα διαφάνηκε ότι η οικονομία πλέον περνούσε σε μία διάσταση όπου η τεχνολογία και η πληροφορία αποτελούσαν δομικό συστατικό του συστήματος. Η οικονομική δραστηριότητα άρχισε να επικεντρώνεται στις υπηρεσίες και όχι στα εμπορικά αγαθά ενώ όσοι κατείχαν τον έλεγχο της επιστημονική γνώσης και την πρόσβαση στην πληροφορία, διαμόρφωσαν μια νέα κοινωνική τάξη από επαγγελματικά και τεχνικά στελέχη. Οι παλιές βιομηχανίες άρχισαν να παρακμάζουν και ο μεταποιητικός τομέας άρχισε να μειώνεται έναντι των υπηρεσιών, ενώ η ανάπτυξη της πληροφορικής τεχνολογίας και του αυτοματισμού επηρέασαν τόσο την παραγωγή όσο και την κινητικότητα των αγαθών αλλά και των κεφαλαίων. Η τεχνολογική επανάσταση μείωσε τις θέσεις εργασίας αυξάνοντας την ανεργία η οποία από το 1990 κατέστη δομική επειδή ακριβώς δεν ήταν συγκυριακή αλλά οφειλόταν στην βαθιά μεταβολή του οικονομικού συστήματος (Ασημακοπούλου, 2008: 265-266).
Η διεθνοποίηση της οικονομίας και του εμπορίου, η κινητικότητα των κεφαλαίων και οι τεχνολογικές αλλαγές επηρεάζουν τις δυνατότητες απασχόλησης. Η προσωρινότητα και αβεβαιότητα της αγοράς εργασίας αλλά και η ετερογένεια του τριτογενούς τομέα υπηρεσιών με τις διαφοροποιήσεις στις αμοιβές ανάλογα με το αν το επάγγελμα είναι εντάσεως εργασίας (πχ. τουρισμός) ή απαιτεί δεξιότητες και επιστημονική εξειδίκευση (πχ. χρηματοοικονομικά), προκαλεί κρίση του συστήματος και κατ’ επέκταση του κοινωνικού κράτους. Η εξειδίκευση και ο καταμερισμός κατέστησαν την αγορά εργασίας απρόσωπη χωρίς ιδεολογικούς δεσμούς κοινών συμφερόντων, δημιουργώντας ένα πλήθος αλληλοσυγκρουόμενων ιδεολογιών και διεκδικήσεων (Ασημακοπούλου, 2008: 275&279 και North, 2000: 282&283).
Η ραγδαία εξέλιξη των ηλεκτρονικών τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνίας, καθώς και η βελτίωση των μέσων μεταφοράς έχουν ως συνέπεια τη δραματική μείωση του κόστους διακίνησης υλικών, ανθρώπων και πληροφοριών. Οι νέες τεχνολογίες μειώνουν το κόστος μεταφοράς και πληροφόρησης και οδηγούν σε εξειδίκευση της εργασίας τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό δημιουργεί αγορές ευαίσθητες στους κανόνες προσφοράς και ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο και ενθαρρύνει τις περιπτώσεις κερδοσκοπίας στις διεθνείς αγορές (North, 2000: 277).
Ο αυξανόμενος συγκεντρωτισμός των χρηματοοικονομικών θεσμών μέσω των οποίων κατανέμονται και χρησιμοποιούνται τα κεφάλαια, οδηγεί τις διεθνείς ηλεκτρονικές ροές χρηματικού κεφαλαίου να σχετίζονται λιγότερο με τις πραγματικές ανάγκες χρηματοδότησης της υλικής παραγωγής και περισσότερο με κερδοσκοπικές κινήσεις. Έτσι τελικά επικρατεί μια βραχυπρόθεσμη οπορτουνιστική λογική που προκειμένου να αντιμετωπιστεί επιβάλει την ένταση των προσπαθειών για κυβερνητική προστασία από την αστάθεια των αγορών και την κερδοσκοπία μέσα από συμπράξεις, ενώσεις και συνεργασίες κρατών. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ξεκίνησε ως ένα πλαίσιο μακροοικονομικών αρχών που επεκτάθηκε σε επιμέρους εθνικές πολιτικές και πλέον αγκαλιάζει την πλειοψηφία των εθνικών δράσεων σε ένα πλαίσιο κοινού συντονισμού όλων των κρατών μελών της ΕΕ (Ασημακοπούλου, 2008: 276 και Κουρλιουρος, 2004).

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ : Ο ρόλος της σύγχρονης τεχνολογίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης
Η παγκοσμιοποίηση νοείται από πολλούς ως ένα νέο φαινόμενο που αποτελεί συνέπεια μιας σειράς τεχνολογικών, οικονομικών και πολιτικών καινοτομιών. Ο βασικός παράγοντας που προκάλεσε αυτές τις αλλαγές υπήρξε η ανάδυση στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες διαφέρουν ριζικά από τις επιχειρήσεις του παρελθόντος. Σε αυτές οφείλεται εν πολλοίς η εγκαθίδρυση μιας κοινής καταναλωτικής κουλτούρας που συνενώνει διαφορετικούς λαούς και περιοχές του πλανήτη. Εν γένει, ο όρος παγκοσμιοποίηση υποδηλώνει την αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των χωρών του πλανήτη στο οικονομικό, τεχνολογικό, πολιτικoρυθμιστικό και πολιτιστικό επίπεδο (Φωτοπουλος, 2005 και Κουρλιουρος, 2004).
Η ανάπτυξη των συγκοινωνιών και επικοινωνιών μειώνει τις αποστάσεις και δημιουργεί τη συνείδηση ότι όλοι οι κάτοικοι της γης ανήκουν σε ένα παγκόσμιο χωριό. Η κινητικότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων αυξάνεται και αυτό έχει συνέπειες στη γεωγραφική εικόνα της παραγωγής και της αγοράς εργασίας. Ταυτόχρονα, η διάχυση της επιστημονικής γνώσης και η ευκολότερη μεταφορά τεχνογνωσίας, δημιουργούν θεωρητικά τη δυνατότατα εξάπλωσης της τεχνολογίας σε οποιονδήποτε χώρο και κλάδο, προς όφελος της ανάπτυξης. Η εκμηδένιση των αποστάσεων με τις τηλεπικοινωνίες και τις μεταφορές έχουν καταστήσει τον πλανήτη ένα ενιαίο σύνολο, όπου οι τρόποι κατανάλωσης και τα τεχνολογικά προϊόντα τείνουν να εξομοιωθούν και οι επιπτώσεις τους εμφανίζονται παντού (Μαράκη, 2006 και Χατζημπιρος, 2002).
Οι τεχνολογικές επαναστάσεις στις μεταφορές και επικοινωνίες διευκολύνουν σε κάθε περίπτωση την επέκταση της δράσης των πολυεθνικών επιχειρήσεων, που είναι οι κύριοι φορείς της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Αυτό που καθίσταται υπέρτατο αγαθό στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της ηλεκτρονικής διασύνδεσης, είναι η ψηφιακή γνώση-πληροφορία η οποία ρυθμίζει πλέον την κοινωνική και οικονομική υπόσταση των φορέων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η αυξανόμενη σημασία των άυλων εισροών (επιστημονική γνώση και καινοτομία) στις οικονομικές δραστηριότητες των ανεπτυγμένων χωρών, μετασχηματίζει τις εθνικές οικονομίες από οικονομίες υλικών πόρων σε οικονομίες γνώσης. Παρατηρείται έτσι η διεθνοποίηση της έρευνας και η ταχύτατη διάχυση νέων τεχνολογικών εφαρμογών τόσο στις διαδικασίες παραγωγής, όσο και στα προϊόντα (Τσομπανογλου, 2006 και Κουρλιούρος, 2004).
Στη σύγχρονη φάση της παγκοσμιοποίησης, η πολλαπλή διασυνδεσιμότητα σε παγκόσμιο επίπεδο έγινε εφικτή χάρη στην τεχνολογική πρόοδο, που διευκολύνει τη μετάδοση της πληροφορίας τόσο ώστε να μιλάμε για τον θάνατο της απόστασης. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας ενοποιεί σε παγκόσμιο επίπεδο τον σημερινό κόσμο, ο οποίος συρρικνώνεται με την επέκταση των επικοινωνιών και την άμεση διάδοση των πληροφοριών. Η ψηφιακή επανάσταση εντείνει την αλληλεπίδραση των ανθρώπων σε διαφορετικούς τόπους και δημιουργεί έτσι μια πολιτισμική ανταλλαγή. Η συμπίεση του χώρου και του χρόνου μέσω της τεχνολογίας των Η/Υ και της μικροηλεκτρονικής, αναδιατάσσουν τις έννοιες αυτές στην κοινωνική ζωή (Λεοντίδου, 2005: σ347 & 350-351 και Παναγιωτοπουλος, 2008).
Παρ’ όλα αυτά, στη διαδικασία διεθνοποίησης της έρευνας και της εξειδικευμένης γνώσης, σημειώνεται μία αντίφαση καθώς πρακτικά υφίσταται ένα ισχυρό δίκτυο προστατευτισμού, που εφαρμόζεται επιλεκτικά από τους ισχυρούς σε ζητήματα καινοτομιών και επιστημονικών επιτευγμάτων. Στα ζητήματα μάλιστα των νέων τεχνολογικών εφαρμογών καλύπτεται υπό το πέπλο της επιλεκτικής προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων. Έτσι παρά την επέκταση της δράσης των πολυεθνικών επιχειρήσεων και δικτύων, που είναι άλλωστε οι κύριοι φορείς της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, παρατηρείται αυξανόμενος έλεγχος των τεχνολογιών αιχμής και εν τέλει των αγορών από εκείνες τις ισχυρές πολυεθνικές επιχειρήσεις που κατέχουν την τεχνογνωσία (Κουρλιουρος, 2004).
Ο πλανήτης μας δεν βιώνει μια παγκοσμιοποίηση αγαθότητας και ισοτιμίας, αφού δεν είναι η επικοινωνία των λαών και η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων, ιδεών, πολιτισμών και δραστηριοτήτων που αναδύονται ως επιστέγασμα της ομογενοποιητικής προσπάθειας. Αντίθετα, η παγκοσμιοποίηση βιώνεται ως η αντιφατική συνύπαρξη δυο αντίθετων κόσμων, ενός κόσμου άνεσης, αφθονίας, ισχύος για τους λίγους από τη μια, και ενός κόσμου πάλης για επιβίωση, ανέχειας και κοινωνικού αποκλεισμού για τους πολλούς από την άλλη. Οι κόσμοι αυτοί που διεισδύουν ο ένας στον άλλο σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο αναπαράγουν στο χώρο και στο χρόνο την άνιση καπιταλιστική ανάπτυξη σε διεθνή αλλά και σε εθνική-περιφερειακή κλίμακα (Κουρλιουρος, 2004 & Λεοντίδου, 2002: 181).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ζ. (2008), «Όψεις οικονομικής και Κοινωνικής Εξέλιξης στη Μεταπολεμική Ευρώπη», στο ΑΡΚΟΛΑΚΗΣ, Μ., ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ζ. και λοιποί, Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
2. ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
3. ΚΟΥΡΛΙΟΥΡΟΣ, Η. (2004), Η Συμβολή της Κριτικής Οικονομικής Γεωγραφίας στην Ολοκληρωμένη Προσέγγιση της Παγκοσμιοποίησης, 7ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Πρακτικά: Τόμος ΙΙ (σελ. 126-135). Μυτιλήνη: Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Γεωγραφίας. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.srcosmos.gr/srcosmos/showpub.aspx?aa=6339  
4. ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. (2005), Αγεωγράφητος Χώρα: Ελληνικά Είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
5. ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. (2002), Η Πόλη της Παγκοσμιοποίησης: Τοπία Εξουσίας και Εστίες Αντίστασης στον Πλανητικό Πολιτισμό, στο Ευθυμιόπουλος & Μοδινός (επιμ.) 2002: 181-194, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
6. ΜΑΡΑΚΗ, Ε. (2006), Η Επίδραση της Παγκοσμιοποίησης στη Ζήτηση και την Προσφορά Εργασίας και στη Διαμόρφωση των Μισθών, Επιστημονικό Βήμα, τεύχος 6, Ιούνιος 2006, σελ 170-180, Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.syllogosperiklis.gr/ep_bima/epistimoniko_bima_6/14_maraki.pdf  
7. NORTH, D. C. (2000), Δομή και Μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Μτφ. Α. Αλεξιάδη, Αθήνα, Εκδόσεις Κριτική.
8. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Π. (2008), Τα Ασύμμετρα Οφέλη της Παγκοσμιοποίησης. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
9. ΤΣΟΜΠΑΝΟΓΛΟΥ, Γ. (2006), Κοινωνική Οικονομία, Κοινωνικό Κεφάλαιο, Τοπική Ανάπτυξη Μέσω Καινοτόμων Δράσεων. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://62.103.39.56:8080/ketakemak_images/KoinonikiOikonomia-Koinonikokefalaio-Anaptyximesaapokainotomesdraseis_F24488.pdf
10. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Τ. (2005), Οι Αντιτιθέμενες Προσεγγίσεις της Παγκοσμιοποίησης, Διάπλους, τεύχος 9, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005, Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
11. ΧΑΤΖΗΜΠΙΡΟΣ, Κ. (2002), Το πλανητικό Οικοσύστημα, Παγκοσμιοποίηση Υπανάπτυξη και Προοπτικές, στο Ευθυμιόπουλος & Μοδινός (επιμ.) 2002, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα. Διαθέσιμο και στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.itia.ntua.gr/~kimon/limnos4.doc  


© Ιωάννης Ζήσης 2010

ΕΠΟ11 (Ευρωπαϊκή Οικονομική Ιστορία) - 1/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ

ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ
«Ο ιστορικός Fernand Braudel γράφει:
‘….μεταξύ του 15ου και του 18ου αιώνα, ορισμένες διαδικασίες απαιτούν ιδιαίτερη ονομασία. Όταν τις παρατηρούμε από κοντά, η απλή τους κατάταξη στην οικονομία της αγοράς θα ήταν σχεδόν άτοπη. Η λέξη που αυθόρμητα μας έρχεται τότε στο νου είναι καπιταλισμός. Είναι εκνευριστική: τη διώχνουμε από την πόρτα, κι αμέσως μπαίνει από το παράθυρο. Δεν της βρίσκουμε κατάλληλο αντικαταστάτη και αυτό δεν είναι τυχαίο… Χειρότερο ακόμη μειονέκτημα είναι ότι η λέξη φορτίζεται με νοήματα που της παρέχει η ζωή σήμερα.’ (Fernand Braudel, Η δυναμική του καπιταλισμού, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1992)
Με αφετηρία το χωρίο του Fernand Braudel διατυπώστε τις απόψεις σας για το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα το οποίο κυριάρχησε κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο. Εντοπίστε τα στοιχεία που παραπέμπουν στην ανάδυση μιας πρωτο-καπιταλιστικής οικονομίας και αυτά που αντανακλούν τη διατήρηση των φεουδαλικών παραδόσεων. Μπορεί ο όρος ‘καπιταλισμός’ να χρησιμοποιηθεί ως ερμηνευτικό εργαλείο προκειμένου να κατανοήσουμε τις εξελίξεις που συντελούνται κατά την πρώιμη νεώτερη περίοδο; Εντοπίστε ομοιότητες και διαφορές μεταξύ του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος της πρώιμης νεότερης περιόδου και του σύγχρονου καπιταλισμού.»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ Εισαγωγή
◦ Το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της πρώιμης νεότερης περιόδου - Πρόπλασμα ‘καπιταλισμού’ και στοιχεία φεουδαλικής αντίστασης
       - Οικονομία
       - Κοινωνία
◦ Ο καπιταλισμός ως ερμηνευτικό εργαλείο των εξελίξεων της πρώιμης νεότερης περιόδου
◦ Ομοιότητες και διαφορές του πρώιμου και του σύγχρονου καπιταλισμού
◦ Επίλογος - Συμπεράσματα
◦ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εισαγωγή
Το θέμα πραγματεύεται την εμφάνιση των πρώτων ‘καπιταλιστικού’ τύπου χαρακτηριστικών και διαδικασιών στην οικονομία της πρώιμης νεότερης περιόδου. Η ρήση του Braudel επιχειρεί να καταδείξει αυτόν ακριβώς τον αφετηριακό και όχι απόλυτα ξεκάθαρο χαρακτήρα που διακρίνει τις εξελίξεις σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Αυτό συμβαίνει επειδή αν και είναι σαφές ότι απομακρυνόμαστε από τις παραδοσιακές φεουδαλικές δομές προς μια καπιταλιστικού τύπου οργάνωση της παραγωγής, εντούτοις δεν έχουμε πλήρη ρήξη με το παρελθόν και απότομη είσοδο σε μια νέα πραγματικότητα αλλά μια σταδιακά εξελικτική πορεία μετάβασης προς την Βιομηχανική Επανάσταση
Βασικός στόχος της εργασίας αποτελεί να εντοπιστούν τα στοιχεία εκείνα που συνηγορούν στο μεταβατικό χαρακτήρα της περιόδου αυτής. Θα εξεταστούν λοιπόν οι πρωτοφανείς εκείνες εξελίξεις που προδιαθέτουν για τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας αλλά και τα στοιχεία εκείνα που ενισχύουν το επιχείρημα ότι οι φεουδαλικές δομές αντιστέκονται σθεναρά. Θα καταδειχτεί έτσι η ανάγκη αυτοσυγκράτησης που πρέπει να επιδείξει όποιος επιθυμεί να μιλά για ρήξεις με το παρελθόν και κατάλυση των υφιστάμενων δομών.
Εν συνεχεία και σε συνάρτηση με τον καπιταλισμό που βιώνουμε όλοι σήμερα, θα απαντηθεί εν συντομία το ερώτημα για το κατά πόσο η χρήση του όρου στην εξεταζόμενη περίοδο αποτελεί πετυχημένη ή έστω αναγκαία επιλογή. Είναι εν τέλει η εξοικείωση μας με τις εννοιολογικές εκδοχές του καπιταλισμού αρκετή για να αντιλαμβανόμαστε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα που λαμβάνουν οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις της περιόδου;
Με δεδομένο ότι το σημερινό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα διαφέρει από εκείνο που ίσχυε στην εξεταζόμενη περίοδο και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο καπιταλισμός στη σημερινή εποχή έχει προσλάβει πολλαπλές έννοιες και εκφάνσεις, θα γίνει μία υποκειμενική σύγκριση του χθες και του σήμερα. Θα επιβεβαιωθεί έτσι ότι πράγματι ο καπιταλισμός της πρώιμης νεότερης περιόδου δεν πρέπει να συλλαμβάνεται κυριολεκτικά αλλά ως ο προθάλαμος ενός νέου πλέγματος παραγωγικής και κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της πρώιμης νεώτερης περιόδου – Πρόπλασμα καπιταλισμού και στοιχεία φεουδαλικής αντίστασης
Η πρώιμη νεότερη περίοδος (16ος-18ος αι.) χαρακτηρίζεται από το πέρασμα από τον φεουδαλισμό σε μια πρωτόλεια μορφή καπιταλισμού, με επίκεντρο τις παραγωγικές σχέσεις και την οικονομική συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα :

Οικονομία
Ήδη από τον 11ο αι. έως και τον 15ο, η εμπορική αναγέννηση ευνόησε την ανάπτυξη αστικών κέντρων και πόλεων πάνω στις εμπορικές διαδρομές. Σε αυτά τα εμπορικά κέντρα-αγορές, σύντομα αναδύθηκε μια νέα κοινωνική τάξη εμπόρων και τραπεζιτών, που ανταγωνιζόταν την παραδοσιακή φεουδαλική αριστοκρατία. Η υπερατλαντική επέκταση του 15ου αι. αποτέλεσε ορόσημο εξελίξεων, καθώς η αμερικάνικη και αφρικάνικη ήπειρος ενσωματώθηκαν τρόπον τινά στην δυτική αγορά με το διατλαντικό εμπόριο. Το εμπόριο αυτό απέφερε τεράστια κέρδη σε μια μικρή ομάδα ατόμων πρόθυμων για επενδύσεις. Δημιουργήθηκε έτσι ένα παγκόσμιο σύστημα πρώιμου καπιταλισμού (ως προς την διακίνηση του χρήματος) που έστρωσε το δρόμο της μελλοντικής εκβιομηχάνισης (Διαλέτη, 2008, σ. 21-23).
Όμως η προαναφερόμενη ‘εμπορική επανάσταση’ δεν επέφερε άμεσα αλλαγές στο φεουδαλικό τρόπο αγροτικής παραγωγής. Οι αυξανόμενες καταναλωτικές ανάγκες, η στροφή της παραγωγής στην αγορά και κυρίως η εδραίωση απρόσωπων χρηματικών σχέσεων μεταξύ άρχοντα και αγρότη, ήταν που επέτρεψαν την επένδυση κεφαλαίων στη γη. Έτσι εδραιώθηκαν καπιταλιστικού τύπου παραγωγικές σχέσεις στην ύπαιθρο (ιδιαίτερα την Αγγλική) με την διάκριση γαιοκτήμονα - ενοικιαστή αγρότη - ακτήμονα εργάτη γης (στο ίδιο, σ. 26-27).
Η ανάπτυξη του εμπορικού και του μεταποιητικού τομέα, είναι συνυφασμένη με την παράλληλη ανάπτυξη χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Η σταδιακή εμφάνιση και χρήση χρηματοπιστωτικών θεσμών και εργαλείων (συμβόλαια, συναλλαγματικές, επιταγές, ασφάλιση προϊόντων, τράπεζες, μετοχικές εταιρίες, δανεισμός με τόκο) δεν αποτέλεσε αποκλειστικό προνόμιο του ‘νέου πλούτου’, καθώς τόσο η Καθολική εκκλησία όσο και τα μοναρχικά κράτη διέπονταν από σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης με τα τραπεζικά συμφέροντα (στο ίδιο, σ. 57-61).
Η νέα αστική πραγματικότητα όμως δημιούργησε και νέα καταναλωτικά πρότυπα, συμπεριφορές και ανάγκες, με επακόλουθες συνέπειες για την παραγωγική διαδικασία. Η ‘οικονομία για χρήση’ έδωσε τη θέση της στην ‘οικονομία για αγορά’ πράγμα που εδραίωσε την έμμισθη εργασία. Για τον αγροτικό πληθυσμό η αστική προοπτική με τις νέες μορφές οργάνωσης αποτέλεσε μια εναλλακτική λύση για απασχόληση και βελτίωση της οικονομικής του θέσης. Οι νέες παραγωγικές σχέσεις και η εισαγωγή τεχνικών καινοτομιών στην καλλιέργεια, επέτρεψαν την κατεύθυνση της παραγωγής προς τις αυξανόμενες ανάγκες των αγορών. Η αγροτική επανάσταση συνδυάστηκε με την εκμηχάνιση της υπαίθρου, τη χρήση φθηνού εργατικού δυναμικού και την μείωση κόστους παραγωγής και τιμών των προϊόντων μαζικής κατανάλωσης (στο ίδιο, σ. 23 και 62).
Στα πλαίσια των νέων παραγωγικών σχέσεων, θα πρέπει να αναφερθούμε στη ‘συντεχνία’ ως πρώτη κύρια μορφή αστικής επαγγελματικής οργάνωσης, με βασικό χαρακτηριστικό την κατοχή των μέσων παραγωγής από τους τεχνίτες-μέλη. Οι συντεχνίες ρυθμίζονταν από ένα πλέγμα κανόνων και επαγγελματικού ήθους και η συμμόρφωση των μελών συνεπαγόταν αποδοχή, ασφάλεια και κοινωνικό κύρος. Με απώτερο στόχο την επιβολή ελέγχου της παραγωγής, των τιμών και της αγοράς, την εγκαθίδρυση μονοπωλίων και την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού, θεωρήθηκαν από πολλούς ιστορικούς τροχοπέδη για την ελεύθερη αγορά, την τεχνολογική ανάπτυξη και τη διακίνηση του εργατικού δυναμικού. Αποτέλεσαν ωστόσο τις πρώτες μορφές εργασιακής συλλογικής οργάνωσης και προάσπισης συμφερόντων και στις περιπτώσεις συνένωσης ομοειδών αδελφοτήτων, αποτέλεσαν και τις πρώτες μορφές οριζόντιας οργάνωσης των εργαζομένων (στο ίδιο, σ. 49-52 και Γαγανάκης, 1999, σ. 218).
Οι έμποροι για να απεγκλωβιστούν από την προστατευτική πολιτική των συντεχνιών ως προς την τιμή, την ποιότητα και το μισθό και να μειώσουν το κόστος παραγωγής, ανταποκρινόμενοι ταυτόχρονα στην έκρηξη καταναλωτικής ζήτησης των αγορών, χρησιμοποίησαν την οικοτεχνία. Η ανάπτυξη της οικοτεχνίας στην ύπαιθρο και η επακόλουθη εξασθένηση των συντεχνιών, αποτέλεσαν θεμέλια της καπιταλιστικής μετεξέλιξης. Η παραγωγική διαδικασία απελευθερώθηκε, ευνοήθηκε ο καταμερισμός εργασίας, ο εργαζόμενος απομακρύνθηκε από τα μέσα παραγωγής και τη διάθεση του προϊόντος, εδραιώθηκε η έμμισθη εργασία και τελικά οδηγηθήκαμε σε συσσώρευση και επανεπένδυση κεφαλαίου (Διαλέτη, ό.π., σ. 27-28 και 55).
Γενικά η περίοδος αυτή ήταν περίοδος πειραματισμού και μετάβασης, μετασχηματισμού παραγωγικών σχέσεων και δομών, κυβερνητικών παρεμβάσεων, διακύμανσης τιμών και καταναλωτικής ζήτησης. Οι παγιωμένοι ρόλοι και οι συνήθεις πρακτικές μεταβάλλονται με αντίκτυπο τόσο στους εργοδότες καπιταλιστές όσο και στους εργάτες (στο ίδιο, σ. 53-55 και Γαγανάκης, 1999, σ. 213-214).

Κοινωνία
Στην πρώιμη νεότερη περίοδο τα μεσαιωνικά προνόμια οπλοκατοχής, οικοσήμου, φοροαπαλλαγής και δίκης από ομολόγους διατηρούνται από τους ευγενείς. Ωστόσο η ανάδυση νέων ‘πλουσίων’ και η εμπορευματοποίηση των τίτλων ευγενείας από τη μοναρχία σχηματοποιεί μια νέα αριστοκρατία της τηβέννου αστικής προελεύσεως, που στηρίζει την ισχύ της όχι στο μονοπώλιο της βίας (οπλοκατοχή) αλλά στην αρετή της παιδείας και της μόρφωσης (Γαγανάκης, 1999, σ. 110-111 και 122-123).
Η συμμετοχή της άρρηκτα δεμένης με τη γη αριστοκρατίας στις νέες καπιταλιστικού τύπου επενδυτικές δραστηριότητες υπήρξε αναπόφευκτη, τόσο για λόγους ανταγωνισμού με την νεόκοπη εμπορική αριστοκρατία όσο και λόγω των πιέσεων των κρατών για επένδυση του φεουδαλικού πλούτου στις κατασκευές. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου υπήρξε συνεργασία της αριστοκρατίας με τα αστικά στρώματα, η συμμετοχή των ευγενών επενδυτικά υπήρξε μικρή. Μέχρι και τον 17ο αι. λοιπόν η αριστοκρατία παραμένει ταυτισμένη με την κατοχή γης. Με πολιτικές ‘ελεγχόμενης διεύρυνσης’ των ευγενών από την πλευρά των μοναρχιών, η αριστοκρατία διατηρήθηκε στην κεφαλή των ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλάζοντας σύνθεση και πολιτικό ρόλο (στο ίδιο, σ. 113-114 και σ. 115-117).
Εμπόριο, χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και κρατικά αξιώματα αποτελούν τις μεθόδους πλουτισμού και ισχύος των αστών. Καθώς όμως η ισχύς αυτή παγιώνεται, παρατηρείται στροφή από τις εμπορικές δραστηριότητες στις κατασκευαστικές και πιστωτικές με δανεισμό της τοπικής ή κρατικής εξουσίας. Καλλιεργείται έτσι μια πιστωτική νοοτροπία που επεκτείνεται και προς τους ιδιώτες, ευγενείς και αγρότες. Τελικά οι επενδύσεις των αστών επικεντρώνονται στην οικειοποίηση χρεωμένων γαιών που συχνά συνοδεύονται και από τα φεουδαλικά προνόμια με τα οποία ήταν προσδεμένες (στο ίδιο, σ. 119-122).
Κατ’ επέκταση παρατηρείται την περίοδο αυτή η γενικότερη υιοθέτηση ενός φεουδαλικού προτύπου συμπεριφοράς με εγκατάσταση σε πολυτελείς επαύλεις και αποχή από ταπεινές εργασίες. Σε πολλές μάλιστα χώρες επήλθε όσμωση παλαιάς και νέας αριστοκρατίας σε ένα ενιαίο σώμα. Αν αναλογιστούμε ότι η αστική τάξη δεν χαρακτηρίζεται ακόμα από σχηματοποιημένη ιδεολογική ταυτότητα και κοινωνική ηθική, αλλά αποτελεί μίξη κοινωνικο-επαγγελματικών ομάδων με διαφορετικές επιδιώξεις, θα αντιληφθούμε ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά δεν είναι παρά η αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας της αριστοκρατίας που θεωρείται αδιαμφισβήτητη. Κατά συνέπεια, η φεουδο-ποίηση των πλούσιων αστών ως μέσο κοινωνικής ισχύος και αναγνώρισης, επιβεβαιώνει τον μεσαιωνικό τριμερή διαχωρισμό της κοινωνίας (στο ίδιο, σ. 127 και σ. 125 και σ. 123).
Στην αντίπερα όχθη των άκληρων και ανειδίκευτων της υπαίθρου, η εργασιακή ιδεολογία και ηθική της Μεταρρύθμισης διαμόρφωσε μια νέα αντίληψη για τη φτώχια ταυτίζοντας την με την οκνηρία και την αποφυγή τίμιας εργασίας. Η ιδεολογική θεοποίηση της εργασίας, προσλαμβάνει διαστάσεις τον 16ο αι. και εκφράζεται πρακτικά από την άποψη ότι όλοι οι ικανοί προς εργασία άποροι πρέπει να εξαναγκαστούν σε εργασία. Αυτή η αντίληψη διαπλέκεται με τις ανάγκες του εμπορικού καπιταλισμού, που αποζητά εργατικά χέρια για να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές ανάγκες της παραγωγής (στο ίδιο, σ. 137 και 139).
Τον 17ο αι. η εδραίωση ανταγωνιστικών εθνικών μοναρχιών συντονίζει τις κρατικές προσπάθειες στην συστράτευση του εργατικού δυναμικού στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Η θεωρία του Μερκαντιλισμού υποστήριξε την καταναγκαστική εργασία των απόρων ως πλεονάζον εργατικό δυναμικό και εδραίωσε τη δημιουργία σχετικών θεσμών όπως τα πτωχοκομεία-αναμορφωτήρια, όπου αντί για κοινωνική επανένταξη επιδιωκόταν η εκμετάλλευση εργατικού δυναμικού με φθηνά ημερομίσθια (στο ίδιο, σ. 139).

Ο καπιταλισμός ως ερμηνευτικό εργαλείο των εξελίξεων της πρώιμης νεώτερης περιόδου
Η ύπαρξη της συντεχνίας εντός του άστεως όσο και αν εκ πρώτης όψεως αποτελεί μια οπορτουνιστική προστατευτική δομή, εν τούτοις δημιούργησε κατάλληλες συνθήκες ιδεολογικές και πολιτικές, για να διαμορφωθεί μια μορφή καπιταλιστικής φιλοσοφίας. Καταρχάς η πολιτική εξουσία από στρατιωτική-αριστοκρατική έγινε οικονομική-συντεχνιακή. Οι όροι και οι συνθήκες πλέον καθορίζονται από το χρήμα, δηλαδή το κεφάλαιο. Αυτό σε συνδυασμό με την προτεσταντική ηθική, αποτελούν σε θεωρητικό επίπεδο κινητήριες δυνάμεις για τον δυτικό καπιταλισμό. (Κομνηνός, 1986, σ. 16-17)
Η αγροτική ιδιοκτησία από τον 17ο αι. έχει ξεφύγει από τις παραδοσιακές δομές και οι συντεχνίες έχουν σχεδόν εξαφανιστεί πράγμα που φέρνει τις κοινωνικές τάξεις πιο κοντά ως προς τις ευκαιρίες ανέλιξης, δημιουργώντας μια επαγγελματική και γνωστική κινητικότητα όμοια με εκείνη της βιομηχανικής φιλελεύθερης καπιταλιστικής αγοράς. (Φραγκόπουλος)
Από τις πιο σημαντικές εξελίξεις της περιόδου είναι η τάση συσσώρευσης και ελέγχου του εργατικού δυναμικού με τη χρήση της βιοτεχνικής μονάδας ως μεθόδου οργάνωσης της παραγωγής στην Βρετανία και ακολούθως έλευση του εργοστασίου όπου γίνεται χρήση των πρώτων μηχανημάτων. Το εργοστάσιο αντιπροσωπεύει ένα ποιοτικό άλμα στην διαδικασία της μεταποίησης, καθώς η αύξηση της κλίμακας παραγωγής και ο έλεγχος της εργατικής δύναμης ανταποκρίνονται στην τάση συσσώρευσης του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης (Λεοντίδου και Σκλιας, 2001, σ. 227).
Όπως βλέπουμε παραπάνω, ο εντοπισμός και η παρουσίαση μερικών μόνο στοιχείων που συνθέτουν το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της πρώιμης νεότερης περιόδου, μας φέρνουν αναπόφευκτα αντιμέτωπους με τον καπιταλισμό. Είναι προφανές ότι τα χαρακτηριστικά της πρώιμης νεότερης περιόδου ‘ακουμπούν’ αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονται με αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε καπιταλισμό. Είναι όμως γεγονός ότι η χρήση του όρου στη σύγχρονη εποχή έχει συνδεθεί με ένα ευρύ πλήθος λειτουργιών, διαδικασιών και επεξηγήσεων οικονομικής και κοινωνικής φύσεως σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να αποτελεί εννοιολογική πανάκεια για κάθε τι που προσομοιάζει ή φέρει παρόμοια στοιχεία και γνωρίσματα.

Ομοιότητες και διαφορές του πρώιμου και του σύγχρονου καπιταλισμού
Όπως περίπου και στην πρώιμη περίοδο, στις μέρες μας ο καπιταλισμός βιώνεται ως η αντιφατική συνύπαρξη δυο αντίθετων κόσμων, ενός κόσμου άνεσης, αφθονίας, ισχύος και αλαζονείας από τη μια, και ενός κόσμου πάλης για επιβίωση, ανέχειας και κοινωνικού αποκλεισμού από την άλλη. Όπως και στην τριχοτομημένη ταξική κοινωνία του 17ου αι., έτσι και σήμερα το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών διευρύνεται. Οι Δυτικές χώρες βρίσκονται σε απόσταση από τις πρώην Ανατολικές και οι καπιταλιστικές αγορές ευνοούν τους ισχυρότερους σε βάρος των αδύναμων. Το μεγαλύτερο μέρος των πόρων του πλανήτη χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα από μια μικρή μειοψηφία ανθρώπων (Λεοντίδου, 2002, σ. 181 και Χατζημπίρος, 2002).
Σε αντιστοίχηση με τα μεγάλα αστικά και εμπορικά κέντρα της πρώιμης εποχής, στα πλαίσια της σημερινής παγκοσμιοποίησης οι μητροπόλεις αποτελούν μεγάλα αστικά συγκροτήματα. Εκεί συγκεντρώνεται η παγκόσμια οικονομική εξουσία, το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, οι υπηρεσίες εξυπηρέτησης, οι διεθνείς τηλεπικοινωνίες, οι πολυεθνικές δραστηριότητες, μαζί με ένα σύνολο εξειδικευμένου εθνικού ή μεταναστευτικού εργατικού και επιχειρησιακού δυναμικού. Εκεί φιλοξενείται και ένα συνονθύλευμα κοινωνικά αποκλεισμένων πληθυσμών που εισέρευσαν λόγω βιοποριστικής ελπίδας (Λεοντίδου, 2005, σ. 352-353 και 370).
Παρά τις εγγενείς ομοιότητες, η σημερινή οικονομία της ελεύθερης αγοράς είναι πολύ διαφορετική από αυτήν της πρώιμης νεότερης περιόδου. Στην εποχή μας η ανάπτυξη των συγκοινωνιών και επικοινωνιών μειώνει τις αποστάσεις και δημιουργεί τη συνείδηση ότι όλοι οι κάτοικοι της γης ανήκουν σε ένα παγκόσμιο χωριό. Η κινητικότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων αυξάνεται, ενώ η τυποποίηση της γνώσης καθιστά ευκολότερη τη μεταφορά τεχνογνωσίας (Μαράκη, 2006 και Χατζημπίρος, 2002 και Φωτόπουλος, 2005).
Επιπλέον, ο αυξανόμενος συγκεντρωτισμός των χρηματοοικονομικών θεσμών μέσω των οποίων κατανέμονται και χρησιμοποιούνται τα κεφάλαια, οδηγεί στην κυριαρχία μιας εικονικής ‘οικονομίας χαρτιών’, πάνω στην πραγματική οικονομία της παραγωγής. Οι διεθνείς ηλεκτρονικές ροές του χρηματικού κεφαλαίου σχετίζονται λιγότερο με τις πραγματικές ανάγκες χρηματοδότησης της υλικής παραγωγής και περισσότερο με κερδοσκοπικές κινήσεις. Έτσι τελικά επικρατεί η αυτονόμηση του χρηματικού από το παραγωγικό κεφάλαιο. (Κουρλιουρος, 2004)

Επίλογος - Συμπεράσματα
Η μεταβατική περίοδος του 16ου-18ου αι. χαρακτηρίζεται από σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές. Η εμφάνιση προ-καπιταλιστικών υποδομών και συνθηκών που αναφέρονται πρωτίστως στις μεθόδους, τα μέσα και τις σχέσεις παραγωγής, επιφέρει αποδέσμευση από το φεουδαλικό παρελθόν σε επίπεδο εργασιακών, οικονομικών, οικιστικών και κοινωνικών σχέσεων. Ο όρος ‘καπιταλισμός’ ίσως φαντάζει ετυμολογικά αδόκιμος για να χαρακτηρίσει απόλυτα το εύρος και τον τύπο των εξελίξεων και των μεταβολών που υπέστησαν οι ανθρώπινες σχέσεις την περίοδο αυτή. Όμως η μετάβαση προς ένα νέο πλαίσιο αρχών και διαδικασιών που θα ολοκληρωθεί αργότερα με τη Βιομηχανική Επανάσταση, εμπεδώθηκε περισσότερο ομαλά επειδή ακριβώς βασίστηκε στο πρόπλασμα ‘καπιταλισμού’ που γεννήθηκε αυτή την περίοδο.
Οι εξελίξεις αυτής της περιόδου δεν εξέλαβαν το χαρακτήρα βαθιάς και ριζικής ρήξης, καθώς προήλθαν από μια σταδιακή εξελικτική πορεία που συχνάκις στηρίχθηκε και τροφοδοτήθηκε από τους πυλώνες του φεουδαλικού συστήματος. Η υιοθέτηση (ασυνείδητα ίσως) δομών και θέσεων που ανήγαγαν την οικονομική απογείωση σε στρατηγικό στόχο, προήλθαν ως φυσική επιλογή λόγω των εγγενών προβλημάτων του υφιστάμενου συστήματος και διαμόρφωσαν κοινωνικές ομάδες που δεν στήριζαν την ισχύ τους στην κατοχή γης, αλλά στην δύναμη του χρήματος.
Ο απλός άνθρωπος της μεταφεουδαλικής περιόδου, αποδέχτηκε σταδιακά τις προδιαγραφές ενός συστήματος, που στηριζόταν στον ανασχεδιασμό της παραγωγικής διαδικασίας και την επανεπένδυση των κεφαλαίων με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη, με μοναδικό ρόλο για τον ίδιο αυτόν του γραναζιού της παραγωγικής μηχανής. Σε κάθε περίπτωση, ηθελημένα ή αθέλητα, ο ευρωπαϊκός κόσμος εισήλθε από νωρίς σε μια αναπόφευκτη καπιταλιστική πραγματικότητα με θυελλώδεις κοινωνικές μεταβολές. Μια πραγματικότητα που προσπαθεί να διαχειριστεί μέχρι σήμερα και ένα πλήθος μεταβολών, οι επιπτώσεις των οποίων εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιρα αναλλοίωτες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
2. ΔΙΑΛΕΤΗ, Α. (2008), «Η Μετάβαση από το Μεσαίωνα στη Νεότερη Εποχή στην Ευρώπη», στο ΑΡΚΟΛΑΚΗΣ, Μ., ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ζ. και λοιποί, Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
3. ΚΟΜΝΗΝΟΣ, Ν. (1986), Θεωρία της Αστικότητας, Τόμος Ι, Αθήνα, Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα.
4. ΚΟΥΡΛΙΟΥΡΟΣ, Η. (2004), «Η Συμβολή της Κριτικής Οικονομικής Γεωγραφίας στην Ολοκληρωμένη Προσέγγιση της Παγκοσμιοποίησης», στο 7ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Πρακτικά: Τόμος ΙΙ, σ. 126-135, Μυτιλήνη, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Γεωγραφίας. Διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση: http://www.srcosmos.gr/srcosmos/showpub.aspx?aa=6339  
5. ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. (2002), Η Πόλη της Παγκοσμιοποίησης: Τοπία Εξουσίας και Εστίες Αντίστασης στον Πλανητικό Πολιτισμό, σ. 181-194, Αθήνα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
6. ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. (2005), Αγεωγράφητος Χώρα: Ελληνικά Είδωλα στις Επιστημολογικές Διαδρομές της Ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
7. ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. και ΣΚΛΙΑΣ, Π. (2001), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης - Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
8. ΜΑΡΑΚΗ, Ε. (2006), «Η Επίδραση της Παγκοσμιοποίησης στη Ζήτηση και την Προσφορά Εργασίας και στη Διαμόρφωση των Μισθών», Επιστημονικό Βήμα, τεύχος 6, Ιούνιος 2006, σ. 170-180, Διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση:    http://www.syllogosperiklis.gr/ep_bima/epistimoniko_bima_6/14_maraki.pdf
9. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΤ., Ιστορία της Τεχνολογίας: Ατμοκίνηση, Βιομηχανική Επανάσταση. Διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση: http://sfrang.com/historia/default.htm#per
10. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Τ. (2005), «Οι Αντιτιθέμενες Προσεγγίσεις της Παγκοσμιοποίησης», Διάπλους, τεύχος 9, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005, Διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση:
11. ΧΑΤΖΗΜΠΙΡΟΣ, Κ. (2002), Το πλανητικό Οικοσύστημα, Παγκοσμιοποίηση Υπανάπτυξη και Προοπτικές, Αθήνα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση: http://www.itia.ntua.gr/~kimon/limnos4.doc  .

© Ιωάννης Ζήσης 2010

ΕΠΟ11 (Ευρωπαϊκή Οικονομική Ιστορία) - 11/2009

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ

ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009

ΘΕΜΑ
«Σύμφωνα με τον γάλλο ιστορικό Ζακ Λε Γκοφ:
‘Η οικονομία της μεσαιωνικής Δύσης αποσκοπεί στη συντήρηση των ανθρώπων. Δεν πηγαίνει παραπέρα. Και όταν φαίνεται να ξεπερνά την ικανοποίηση της αυστηρής αυτής ανάγκης, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η συντήρηση είναι βέβαια κοινωνικο-οικονομικός και όχι απολύτως υλικός όρος. Στις μάζες αρκεί η συντήρηση με τη στενή έννοια του όρου, δηλαδή ό,τι είναι αναγκαίο για τη ζωή. (…) Για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, η συντήρηση περιλαμβάνει ικανοποίηση μεγαλύτερων αναγκών, πρέπει να τους επιτρέπει να διατηρούν την κοινωνική τους θέση, να μην εκπίπτουν’. (Jacques Le Goff, Ο Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας, 1993, σελ. 309)
Κατά πόσο η άποψη του Λε Γκοφ για την έννοια της ‘συντήρησης των ανθρώπων’ στην ιστορία, όπως εκφράζεται στο παραπάνω απόσπασμα, εντάσσεται στις γενικότερες κατευθύνσεις του ιστοριογραφικού ρεύματος το οποίο εκπροσωπεί;
Σχολιάστε ειδικότερα τη θέση που διατυπώνει για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της μεσαιωνικής υπαίθρου. Εστιάστε στα θεμέλια της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος των στρωμάτων αυτών και στους τρόπους με τους οποίους διατήρησαν την ισχύ τους στη διάρκεια του μεσαίωνα»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
◦ Εισαγωγή
◦ Ο Jacques Le Goff ως εκπρόσωπος των Annales - Οι γενικές κατευθύνσεις του ρεύματος
◦ Η ποιοτική κοινωνικο-οικονομική διάσταση της έννοιας της ‘συντήρησης’
◦ Η κοινωνική διαστρωμάτωση της μεσαιωνικής υπαίθρου: Σχέσεις υποτέλειας & επιβολής
            - Πρώιμος Μεσαίωνας
            - Φεουδαρχικός Μεσαίωνας
◦ Επίλογος - Συμπεράσματα
◦ Βιβλιογραφία

Εισαγωγή
Το θέμα πραγματεύεται την διατύπωση της έννοιας της ‘συντήρησης’ των μεσαιωνικών ανθρώπων, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του ρεύματος της Γαλλικής Σχολής των Annales, Jacques Le Goff. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στη διαφοροποίηση αυτής της έννοιας μεταξύ των ανώτερων και κατώτερων κοινωνικών διαστρωματώσεων της μεσαιωνικής υπαίθρου.
Αρχικά, θα εξεταστεί κατά πόσο η θέση του Le Goff περί της έννοιας της συντήρησης είναι σε αντιστοιχία με τις αρχές του ρεύματος των Annales. Προκειμένου να καταδειχτεί αυτή η σχέση, θα προηγηθεί σύντομη αναφορά στα βασικά χαρακτηριστικά του ρεύματος. Ακολούθως, θα εξεταστεί κατά πόσο η ‘συντήρηση’ αποτελεί για τον Le Goff πρωτίστως έναν κοινωνικό-οικονομικό παρά ένα υλικό-αριθμητικό όρο.
Εξειδικεύοντας τον σχολιασμό της θέσης του Le Goff, θα γίνει καταγραφή των βασικών χαρακτηριστικών των κοινωνικών διαστρωματώσεων στον πρώιμο και στον φεουδαρχικό μεσαίωνα. Θα επιχειρηθεί ο εντοπισμός των θεμελίων επί των οποίων στηρίζεται η ισχύς των ανώτερων στρωμάτων, καθώς και οι ενέργειες μέσα από τις οποίες η ισχύς αυτή εδραιώνεται αποτελώντας κοινωνική πραγματικότητα. Μέσα από τον συσχετισμό αυτό, θα καταδειχτεί το εύρος της ισχύος του ισχυρισμού του Le Goff και θα διατυπωθούν κατάλληλα συμπεράσματα για την έννοια του όρου ‘συντήρηση’.

Ο JACQUES LE GOFF ως εκπρόσωπος των ANNALES – Οι γενικές κατευθύνσεις του ρεύματος
Η απαρχή του ρεύματος των Annales σηματοδοτείται με την έκδοση του ομώνυμου γαλλικού περιοδικού το 1929 από τους ιστορικούς Bloch και Febvre, ως μια προσπάθεια μελέτης και ανάλυσης της τότε παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Με άξονα το περιοδικό, σχηματοποιήθηκε άτυπα μια ομάδα ιστορικών που ακολουθώντας την παράδοση της γαλλικής ιστοριογραφίας, διατήρησαν ζωντανούς τους δεσμούς μεταξύ ιστορίας, γεωγραφίας, οικονομίας και ανθρωπολογίας. (Μανδυλαρά, 2008, σ. 17 & 22 και Iggers, 2005, σ. 75).
Το ρεύμα Annales διακρίνεται χρονολογικά σε τέσσερις φάσεις, τέσσερις γενιές ιστορικών, που δεν διατηρούν σταθερή και ενιαία οπτική, μεθόδους ή κώδικες, παραμένοντας ανοιχτοί στις ερευνητικές προσεγγίσεις. Ο Le Goff συγκαταλέγεται στους ιστορικούς της τρίτης γενιάς που σηματοδότησαν το πέρασμα από την Ποσοτική-Σειραϊκή Ιστορία του ‘60-’70, μια ‘ιστορία χωρίς ανθρώπους’ με δημογραφικές μελέτες, στατιστικές αναλύσεις και έμφαση στην υλική όψη της καθημερινότητας, προς μια ‘ιστορία των νοοτροπιών και των συνειδήσεων’ που δίνει έμφαση στη συμπεριφορά των ανθρώπων. (Μανδυλαρά, 2008, σ. 23-25 & 30 και Iggers, 2005, σ. 82 & 84-85)
Ο Le Goff άσκησε κριτική στην ιστορική ανάλυση επαναλαμβανόμενων ομοειδών φαινομένων, ως τάση επικίνδυνη για την περιχάραξη της ιστορίας σε ότι μπορεί να μετρηθεί μαθηματικά. Ειδικότερα δε επειδή θεωρούσε πως ποιοτικοί παράγοντες όπως τα ήθη, η ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά αποτελούν ρυθμιστές της οικονομικής δραστηριότητας που πρέπει να ληφθούν υπόψη. (Μανδυλαρά, 2008, σ. 31-32)

Η ποιοτική κοινωνικο-οικονομική διάσταση της έννοιας της ‘συντήρησης’
Οι Annales υιοθέτησαν την ερμηνεία του Durkheim, που θεωρεί την συλλογική συνείδηση και τις νοοτροπίες ως κεντρικό αντικείμενο μελέτης και τα έθιμα, τη θρησκεία και τους κανόνες συμπεριφοράς ως βασικά συστατικά τους. Οντότητες και δομές όπως το κράτος, η θρησκεία, οι νόμοι, κλπ. δεν νοούνται αυτόνομα, αλλά συνδυαστικά στα πλαίσια μιας συνολικής κουλτούρας που εκφράζει τον τρόπο που διαβιεί το σύνολο ενός πληθυσμού. Υπό αυτή την έννοια, δόθηκε από τους Annales σημασία στους δεσμούς που συσχέτιζαν τις πολιτικές και οικονομικές δομές μιας μεσαιωνικής περιοχής, με τα μοντέλα σκέψης και συμπεριφοράς των κατοίκων της. (Iggers, 2005, σ. 73-75)
Στα περισσότερα έργα των Annales, γίνονται ανθρωπολογικές προσεγγίσεις μέσα από ένα πλέγμα απρόσωπων θεσμών, στα πλαίσια μιας συλλογικής νοοτροπίας. Έτσι αποκτά μείζονα σημασία η επίδραση που έχουν οι προτιμήσεις, οι ιδέες, οι συμπεριφορές και τα γούστα των ανθρώπων του μεσαίωνα για ζητήματα της καθημερινότητας όπως η τροφή, ο ρουχισμός, η κατοικία, όχι όμως ως υλικά δεδομένα αλλά ως έκφραση κουλτούρας. Η μεσαιωνική κοινωνία αποτελεί για τους Annales μια κατ’ εξοχήν ‘κοινωνία των συνειδήσεων’, όπου νοοτροπίες και αντιλήψεις διαμορφώνουν το κοινωνικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, με την μελέτη της λαϊκής συμπεριφοράς του μεσαίωνα, ο Le Goff καθιερώνει στο έργο του την ιστορία των νοοτροπιών. (Iggers, 2005, σ. 79 & 82-85)
Παρόλο που οι Annales δεν αμφισβητούν την υλική βάση της κουλτούρας, η κατά Le Goff έννοια της ‘συντήρησης’ απεκδύεται τον υλικό της χαρακτήρα και προσλαμβάνει στην ανθρωπολογική της εκδοχή, μια ποιοτική διάσταση. Για τα ανώτερα στρώματα της μεσαιωνικής κοινωνίας, η ‘συντήρηση’ αποκτά χαρακτήρα σημειολογικό και καθορίζεται από τις παγιωμένες αντιλήψεις και τη συλλογική συμπεριφορά, που οι αριστοκράτες επιδεικνύουν στα πλαίσια μιας κατεστημένης συλλογικής νοοτροπίας. Το νόημα αυτό είναι πέρα και πάνω από το τυπικό υλιστικό πλαίσιο, με το οποίο οι δούλοι και οι απλοί χωρικοί νοούν την επιβίωσή τους. (Iggers, 2005, σ. 83 & 86)

Η κοινωνική διαστρωμάτωση της μεσαιωνικής υπαίθρου : Σχέσεις υποτέλειας & επιβολής

Πρώιμος Μεσαίωνας
Ο πρώιμος μεσαίωνας έχει ως βασικό χαρακτηριστικό τον αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση. Το φυσικό στοιχείο (έδαφος και κλιματικές διακυμάνσεις) και η έλλειψη εργαλείων, καθορίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα, με άμεσο αντίκτυπο στην καλλιεργητική διαδικασία. Θεμέλιο της ισχύος και της κοινωνικής διαφοροποίησης δεν αποτελεί η κατοχή γης που έτσι κι αλλιώς βρισκόταν σε αφθονία, αλλά η επιβολή των δυνατών επί των αδυνάτων. Η ανεπάρκεια εκτάσεων και μεθόδων καλλιέργειας, οι κρίσεις σιτοδείας, ο υποσιτισμός και η αύξηση της θνησιμότητας, καθιστούν μόνιμη την αδυναμία κάλυψης των αναγκών αυτοσυντήρησης για τις μάζες. Έτσι, μέσα από τον πλήρη εξαγροτισμό της κοινωνίας, οι μάζες μετατρέπονται σταδιακά σε αγροτικούς σκλάβους. (Γαγανάκης, 1999, σ. 21-23)
Η δουλεία αποτέλεσε αυτή την περίοδο βασικό πυλώνα στήριξης της άρχουσας τάξης, που φρόντιζε να την συντηρεί μέσα από τοπικούς πολέμους. Ο τριμερής κοινωνικός διαχωρισμός σε σκλάβους, ελεύθερους χωρικούς και αφέντες διέπει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Ο σκλάβοι αποτελούν τα παραγωγικά εργαλεία, δίχως δικαιώματα και ιδιοκτησία. Οι ελεύθεροι χωρικοί είναι ως επί το πλείστον ‘κολωνοί’, δηλαδή συλλογικοί καλλιεργητές της αριστοκρατικής γης με δεσμά υποτέλειας προς τον τοπικό άρχοντα. Στον κόσμο των αρχόντων εδραιώνεται η μοναρχία. Η αριστοκρατία με τη βασιλική συναίνεση απολαμβάνει λάφυρα, εδάφη και δωρεές γης ενώ και η εκκλησιαστική εξουσία διογκώνει την κτηματική και οικονομική της δύναμη. (Γαγανάκης, 1999, σ. 24-26)
Η γη λοιπόν και η κατοχή της στηρίζουν την κεντρική θέση της αριστοκρατίας στην οικονομική οργάνωση, ενώ η άσκηση εξουσίας επί των τοπικών κοινοτήτων της υπαίθρου με τη σύμφωνη γνώμη της βασιλικής οικογένειας, καθορίζουν τη σχέση εξάρτησης μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων. Το πλέγμα των υποχρεώσεων των ελεύθερων, απελεύθερων και δούλων, διογκώνεται συνεχώς με υποχρέωση στράτευσης, εντατικοποίηση παραγωγής, προώθηση πλεονάσματος στον οίκο του άρχοντα, πολλαπλασιασμό αγγαρειών, καθιστώντας τα όρια δουλείας και ελευθερίας ακόμα πιο θολά. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η επιβίωση αποτελεί μοναδική επιδίωξη για την πλειοψηφία των κατοίκων της υπαίθρου. (Γαγανάκης, 1999, σ. 26-28)
Η χρήση νομίσματος στις συναλλαγές, που έλαβε χώρα σε κάποιες περιοχές, επηρέασε τις υφιστάμενες νοοτροπίες και εξοικείωσε τους ανθρώπους με τη χρηματική οικονομία, οδήγησε όμως και σε αποτίμηση της ανθρώπινης εργασίας σε χρήμα. Άρχισε έτσι να δημιουργείται μια κοινωνία καταναλωτική, με πληρωμές σε χρήμα, που σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ενός περιορισμένου εμπορίου αγαθών, δημιούργησαν ένα νέο πλέγμα ‘αναγκών’ για τους κατέχοντες. (Γαγανάκης, 1999, σ. 28)
Οι υλικές ανάγκες των αρχόντων επιτείνονται από την νοοτροπία υπεροχής και την επιδίωξη πολυτέλειας που πιστοποιεί την ανωτερότητα και το κύρος τους, όχι μόνο προς τους κατώτερους αλλά και ανάμεσα στους ομοίους τους. Αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός διατήρησης πρωτοκαθεδρίας και βασιλικής εύνοιας μέσω της κοινωνικής διαφοροποίησης, αύξησε τις πιέσεις προς τα κατώτερα στρώματα για μεγαλύτερη παραγωγή, σπατάλησε ανθρώπινους και φυσικούς πόρους και ενίσχυσε την εκμετάλλευση και την υποτέλεια των αδυνάτων. (Γαγανάκης, 1999, σ. 28-29)
Στα χρόνια που ακολουθούν, η μετάλλαξη της μεσαιωνικής Δύσης στηρίζεται πλέον στην συνδυαστική ανάπτυξη χωροδεσποτείας και αστικών κέντρων του 11ου αι. Σε συνδυασμό με την εργαλειακή, καλλιεργητική και τεχνολογική εξέλιξη, το πέρασμα στην φεουδαρχική εποχή καθιστά τη σχέση εξάρτησης και κυριαρχίας του ανθρώπου από άνθρωπο, ως δομικό συστατικό σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση. (Γαγανάκης, 1999, σ. 36-37)

Φεουδαρχικός Μεσαίωνας
Από τον 11ο αι. και μετά, κύριο χαρακτηριστικό του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος αποτελεί η εδραίωση της φεουδαρχίας, με την αποσύνθεση της βασιλικής εξουσίας και την διασπορά της σε τοπικές ηγεμονίες. Για την αποφυγή των αλλεπάλληλων συγκρούσεων που θα μπορούσε να επιφέρει η κατάτμηση της εξουσίας, η εκκλησιαστική εξουσία εφεύρε τον θεσμό της ‘ειρήνης του Θεού’. Σύμφωνα με αυτήν, οι επίσκοποι και οι ευγενείς ήταν επιφορτισμένοι με την διατήρηση της ειρήνης και την απονομή δικαιοσύνης και απαγορευόταν η στρατιωτική βία σε ιερούς τόπους και έναντι συγκεκριμένων ομάδων. (Γαγανάκης, 1999, σ. 41-42)
Τα κληρικο-αριστοκρατικά συμβούλια που δημιουργήθηκαν για την τήρηση της ειρήνης, κατάφεραν φαινομενικά να προφυλάξουν την κατακερματισμένη Ευρώπη από συνεχόμενες συρράξεις, εξάγοντας την επιθετικότητα προς ‘άπιστους’ λαούς (σταυροφορίες). Κυρίως όμως η ‘ειρήνη του Θεού’ νομιμοποίησε τις φεουδαλικές σχέσεις εκμετάλλευσης κατά των φτωχών πληβείων, που καλούνταν να πληρώσουν το αντίτιμο για την εσωτερική ασφάλεια και ειρήνη με την πειθήνια υποταγή τους. (Γαγανάκης, 1999, σ. 42)
Τα συμβούλια ειρήνης προχώρησαν επίσης στην εδραίωση της τριμερούς διαίρεσης της κοινωνίας ως έκφραση Θείας Πρόνοιας. Ο διαχωρισμός αυτός κατανέμει εξουσίες και δικαιώματα πρωτίστως στην εκκλησιαστική εξουσία που προσεύχεται για τη σωτηρία του λαού, δευτερευόντως στην πολεμική αριστοκρατία που μάχεται για την προστασία του λαού και σχεδόν καθόλου στους πληβείους που εργάζονται για τη συντήρηση των δύο πρώτων στρωμάτων. (Γαγανάκης, 1999, σ. 42)
Αποτέλεσμα του διαχωρισμού αυτού είναι η εκκλησιαστική εξουσία να απαλλαγεί από φόρους και υποχρεώσεις και να δέχεται ελέω Θεού δωρεές γης, μετατρεπόμενη σταδιακά σε κοσμική δύναμη. Οι ανώτεροι κληρικοί άρχισαν να διαβιούν με πλούτο και χλιδή, συμπεριφερόμενοι όπως οι κοσμικοί άρχοντες, καταναλώνοντας είδη πολυτελείας και ξοδεύοντας επιδεικτικά για την προσωπική τους προβολή. Εξυπακούεται ότι η κοσμική αριστοκρατία σε συνέχεια της πομπώδους και υπερκαταναλωτικής της συμπεριφοράς κατά τον πρώιμο μεσαίωνα, εξακολουθεί στα νέα φεουδαλικά πλαίσια να επιδιώκει το κοινωνικό γόητρο ασκώντας απόλυτο έλεγχο στη γη και τους υποτελείς. Με βασικό εργαλείο πλουτισμού τον πόλεμο, επιβάρυναν τους πληβείους με πρόσθετες υποχρεώσεις για την πολεμική-σταυροφορική προετοιμασία. (Γαγανάκης, 1999, σ. 43)
Η εδραίωση του συστήματος κληρονομιάς της περιουσίας από τον πρωτότοκο γιο και η ανάσχεση της τάσης για δωρεές γης στην εκκλησία, αποτέλεσαν μεθόδους με τις οποίες ισχυροποιήθηκε το μέγεθος της περιουσίας των αριστοκρατικών οίκων. Ταυτόχρονα η συνειδητοποίηση των φεουδαρχών ότι η διατήρηση της εκμετάλλευσης επιτελείται με την βελτίωση της διαβίωσης και όχι με την εξάντληση των υποτελών, συνετέλεσε από τον 12ο αιώνα στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας. (Γαγανάκης, 1999, σ. 45 &47)
Η ημι-εκχρηματισμένη πλέον μεσαιωνική οικονομία, έχει ως βασικό συντελεστή τους ευγενείς κατόχους του χρήματος. Η πολυτελής διαβίωση όμως διογκώνει τις καταναλωτικές ανάγκες αυξάνοντας τις δαπάνες και στρέφοντας τους σε αναγκαστικό δανεισμό από εκκλησιαστικούς αξιωματούχους, Εβραίους τοκογλύφους και αριστοκράτες των άστεων. Ο δανεισμός έτσι καθίσταται δομικό κομμάτι της φεουδαρχικής ζωής και εν τέλει οι πόλεις εδραιώνονται ως χρηματικά κέντρα και πιστωτικές πηγές των ισχυρών της υπαίθρου, διεισδύοντας στις αγροτικές κοινότητες. Δημιουργούνται έτσι νέου τύπου σχέσεις χρηματικής εξάρτησης τόσο για τους ευγενείς όσο και για τους καλλιεργητές. (Γαγανάκης, 1999, σ. 51-52 & 58)

Επίλογος - Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, συνάγεται καταρχάς ότι ο Le Goff φαίνεται συνεπής εκφραστής του ρεύματος των Annales, καθώς η διατύπωση της έννοιας της ‘συντήρησης’, γίνεται μέσα από ένα πρίσμα περισσότερο ανθρωπολογικό-συνειδησιακό και λιγότερο υλιστικό.
Η τάση των αριστοκρατών για εξεζητημένο πλουτισμό και κατανάλωση εις βάρος των φτωχότερων, αποτελεί πρωτίστως έκφραση μιας κατεστημένης νοοτροπίας που διατηρεί ρίζες στις απαρχές του συστήματος κοινωνικών διακρίσεων (είτε ρωμαϊκού είτε βαρβαρικού). Αντίθετα η έννοια της συντήρησης για τους μη έχοντες, είναι πρωτίστως υλιστική καθώς οι απόλυτες σχέσεις υποτέλειας και εξάρτησης, καθιστούν την καθημερινή επιβίωση αβέβαιη.
Τόσο κατά τον πρώιμο μεσαίωνα όσο και κατά τον μερικώς εκχρηματισμένο φεουδαρχικό μεσαίωνα, τα ανώτερα στρώματα εφεύρισκαν διάφορες μεθόδους εδραίωσης και ενίσχυσης των σχέσεων εξάρτησης και εκμετάλλευσης, για την διαιώνιση της κυριαρχίας τους και την συνέχιση της εξεζητημένης διαβίωσής τους.
Σε κάθε περίπτωση η κατοχή γης και η εκμετάλλευση ανθρώπων για την καλλιέργειας αυτής, αποτελούν του θεμελιακούς πυλώνες οικονομικής και κοινωνικής ισχύος κατά την μεσαιωνική εποχή. Αυτό αποδεικνύεται και από τον τρόπο που ισχυροποιήθηκε η εκκλησιαστική εξουσία αλλά και από τις ενδιάμεσες πρόσκαιρες κοινωνικές διαστρωματώσεις (πχ. ιππότες, τοποτηρητές κλπ.) που εμφανίστηκαν.
Μόνο προς το τέλος της μεσαιωνικής περιόδου και μετά την κρίση του φεουδαρχικού συστήματος και την ανάπτυξη των αστικών κέντρων, θα διαμορφωθούν κοινωνικές ομάδες που δεν θα στηρίζουν την ισχύ τους στην κατοχή γης, αλλά στην δύναμη του χρήματος, ανοίγοντας το μονοπάτι για τις θυελλώδεις κοινωνικές μεταβολές της περιόδου που αγγίζει την Βιομηχανική Επανάσταση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
2. ΜΑΝΔΥΛΑΡΑ, Α. (2008), Η Διπλή Ζωή της Οικονομικής Ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
3. IGGERS, G. G. (2005), Η Ιστοριογραφία στον Εικοστό Αιώνα. Από την Επιστημονική Αντικειμενικότητα στην πρόκληση του Μεταμοντερνισμού, Μεταφρ. Π. Ματαλας, Αθήνα, Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ.

© Ιωάννης Ζήσης 2009

ΕΠΟ11 (Ευρωπαϊκή Οικονομική Ιστορία) - 2/2010

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ

ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ
«Εντοπίστε τις διαφορετικές φάσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική της εξάπλωση, τα βασικά χαρακτηριστικά των κυριότερων τομέων παραγωγής και τις δημογραφικές αλλαγές»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
-Εισαγωγή
-Το Γεωγραφικό Στίγμα της Βιομηχανικής Επανάστασης
-Οι Παραγωγικοί Τομείς που Επηρέασε η Βιομηχανική Επανάσταση
-Οι Δημογραφικές Επιπτώσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης
-Επίλογος - Συμπεράσματα
-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σύμφωνα με έναν από τους πολυάριθμους ορισμούς, η Βιομηχανική Επανάσταση αποτελεί ένα εννοιολογικό κατασκεύασμα, μια προσπάθεια ορισμού των σύνθετων και αλληλένδετων φαινομένων και μετασχηματισμών που έλαβαν χώρα σε ένα οριοθετημένο ιστορικά εύρος χρόνου. Αποτέλεσμα αυτής της επανάστασης, ήταν η εκ βαθέων μεταβολή πρωτίστως της οικονομικής αλλά και κοινωνικής πραγματικότητας, με επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις στο χώρο και στο χρόνο (Benevolo, 1977: σ.35).
Αποτελεί δύσκολη αποστολή να προσδιορίσει κανείς ακριβώς τη χρονική στιγμή που το φαινόμενο αναδύεται γιατί πρόκειται για μια πορεία μακρόχρονη, ασυνεχή και με ιδιαίτερη ανομοιογένεια για κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Κατά γενική ομολογία όμως υπάρχουν δύο διαφορετικές περίοδοι (φάσεις) με την πρώτη (1770-1850) να χαρακτηρίζεται ως η εποχή της υφαντουργίας, του άνθρακα και του σιδηροδρόμου και τη δεύτερη (1851-1914) ως η εποχή του χάλυβα, του πετρελαίου, του αυτοκινήτου και του ηλεκτρισμού.
Βασικός στόχος της εργασίας είναι να καταδειχτεί η διαφορετικότητα των φάσεων της Βιομηχανικής Επανάστασης τόσο ως προς τη γεωγραφική κατανομή της, όσο και σε σχέση με τη βιομηχανική παραγωγή και τις κοινωνικές επιπτώσεις που είχε για τους εμπλεκόμενους φορείς. Για να γίνει αυτό θα εξεταστεί αρχικά η γεωγραφική εξάπλωση της Βιομηχανικής Επανάστασης και η διαφοροποίηση των πρωταγωνιστικών χωρών σε κάθε φάση. Ακολούθως θα αναλυθεί η βιομηχανική παραγωγή κάθε φάσης, ώστε να εντοπιστούν οι κλάδοι όπου επικεντρώθηκε το ενδιαφέρον των αγορών. Τέλος, θα εξεταστούν οι συνέπειες που είχε σε κάθε φάση ο βιομηχανικός μετασχηματισμός για τους ανθρώπους και τις κοινωνικές σχέσεις.

Το γεωγραφικό στίγμα της Βιομηχανικής Επανάστασης
Η Βιομηχανική Επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε ούτε ταυτόχρονα ούτε ομοιόμορφα στην Ευρώπη. Κάτι τέτοιο δεν επετράπη λόγω της διαφοροποίησης που παρουσίαζαν οι οικονομίες των κρατών, τα κοινωνικά συστήματα, η άνιση αστικοποίηση αλλά και οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν. Γι’ αυτό και μιλάμε για την εμφάνιση της Βιομηχανικής Επανάστασης σε δύο φάσεις, διακριτές όχι μόνο χρονικά αλλά και γεωγραφικά. Μια σειρά μετασχηματισμών, οικονομικών, κοινωνικών, τεχνικών, πολιτικών και δημογραφικών, υποβοήθησαν την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης σε πρώτη φάση στην Αγγλία (Teich, 2008: σ.76 και Γαγανάκης, 1999: σ.233).
Το φαινόμενο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ‘βρετανικό’, επειδή πληρούσε προϋποθέσεις εγγενείς προς την αγγλική οργάνωση και είχε ρίζες στις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις του 16ου-17ου αιώνα. Η ώθηση για την ανάπτυξη της αγγλικής βιομηχανικής παραγωγής δόθηκε από τη διεύρυνση της εγχώριας αγοράς, που προέκυψε από τη ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση και τη σημαντική αύξηση των αγροτικών εισοδημάτων, που επέτρεψε στους χωρικούς να γίνουν καταναλωτές βιομηχανικών προϊόντων. Το φαινόμενο αυτό οδήγησε με τη σειρά του στην ανάπτυξη της παραγωγής, ωθώντας τους παραγωγούς σε επενδύσεις (Γαγανάκης, 1999: σ. 238-239, 245).
Στην Αγγλία του 1760-1780 προηγήθηκε της βιομηχανικής η αγροτική ‘επανάσταση’, με ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, καλλιέργεια ζωοτροφών, εντατική γεωργία και άνιση ανάπτυξη. Η Αγγλία είναι η μόνη στην Ευρώπη που καταλύει σε τέτοιο βαθμό τις παλιές σχέσεις ιδιοκτησίας, με τη δημιουργία τεράστιων καλλιεργειών, ενοικίαση της γης και παροχή μισθωτής αγροτικής εργασίας. Έτσι εδραιώθηκε η μαζική αγροτική παραγωγή προς κάλυψη των αυξημένων δημογραφικών αναγκών και ευνοήθηκε η δημιουργία οικοτεχνικών δικτύων στις φτωχότερες ή εγκαταλελειμμένες περιοχές. Στις τελευταίες, σχηματίστηκε ένα αγροτικό προλεταριάτο που πρόθυμα θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της επερχόμενης βιομηχανικής παραγωγής του 1780-1800 για εργατικά χέρια (Γαγανάκης, 1999: 240-241, 245 και North, 2000: σ.249).
Η Αγγλία ήταν επίσης η μόνη χώρα που αξιοποίησε συστηματικά τις προϋπάρχουσες και τις νέες τεχνολογικές καινοτομίες, αναπτύσσοντας νέους παραγωγικούς κλάδους. Η καινοτομία της υψικαμίνου υπήρξε κομβική για τη μεταλλουργία και την κατασκευή εργαλείων και εξαρτημάτων. Επιπλέον, η αντικατάσταση του ξύλου από τον γαιάνθρακα ως καύσιμη ύλη, επιφέρει νέα δεδομένα στο μεταποιητικό χάρτη. Η κατασκευή και χρήση ατμομηχανών κατευθύνει αρχικά τη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων και πόλεων στις περιοχές με ανθρακοφόρα κοιτάσματα, ως τη στιγμή που η τεχνολογική αιχμή της χρήσης του σιδηρόδρομου, παρακάμπτει την παράμετρο της απόστασης και επιτρέπει τη διασπορά της βιομηχανίας σε περιοχές μακριά από την πηγή της πρώτης ύλης (Λεοντίδου & Σκλιας, 2001: 228, 236, 259 και Pounds, 2001: 47).
Στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη (Γαλλία, Πρωσία, Γερμανία, Αψβούργοι, Ρωσία κλπ.) παρά τη σταδιακή κατάργηση των δουλοκτητικών σχέσεων, τις προσπάθειες ανακατανομής γης και τις κατά καιρούς κρατικές παρεμβάσεις για ελάφρυνση της θέσης των χωρικών, η ισχυρή κτηματική αριστοκρατία (αστική και μη) διατήρησε τα προνόμιά της, απωθώντας τις νεωτερικές εργασιακές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Οι χώρες αυτές δεν οδηγήθηκαν στην εδραίωση καπιταλιστικών δομών κατά το πρότυπο της Αγγλίας, αφού δεν εκπληρωνόταν η βασική προϋπόθεση που ήταν η μετατροπή της γης σε εμπορεύσιμο προϊόν, η υπαγωγή της στην ιδιωτική πρωτοβουλία και προπάντων η καπιταλιστική συσσώρευση (Γαγανάκης, 1999: 234-235, 241, 250-251).
Η έμπνευση που παρείχε η Γαλλική Επανάσταση του 1789, οδήγησε μεν τα κράτη σε αγροτικές μεταρρυθμίσεις, όμως η παλινόρθωση των απολυταρχικών καθεστώτων (Γαλλία, Ισπανία) ακύρωσε την πρόσκαιρη νίκη των φιλελεύθερων αστικών δυνάμεων και προκάλεσε κατακερματισμό της γης. Η προσήλωση σε παλαιά ιδεώδη, με σύμμαχο την Εκκλησία και τη Μοναρχία, συσπείρωσε τον αγροτικό κόσμο απέναντι στους αστούς και αναχαίτισε την εδραίωση της φιλελεύθερης οικονομικής σκέψης. Ειδικά στην λατινογενή Ευρώπη οι προϋπάρχουσες δομές ήταν ιδιαίτερα ανθεκτικές και αποτέλεσαν τροχοπέδη στην πλήρη στροφή προς τις καπιταλιστικές-βιομηχανικές ιδέες προκρίνοντας φεουδαλικού τύπου σχέσεις παραγωγής (Γαγανάκης, 1999: 248-249).
Μόνο με τη δεύτερη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. περνάμε στη λεγόμενη ‘εποχή του κεφαλαίου’. Εδώ πλέον έχουμε αυτονόμηση του βιομηχανικού τομέα από τον γεωργικό. Μετά το 1850 οι διακυμάνσεις στις ευρωπαϊκές αγορές καθορίζονται από την πορεία των επιχειρήσεων και τις επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά και όχι από την κατάσταση της γεωργίας. Παράλληλα με τις νεοεισερχόμενες Αυστρία, Ουγγαρία, Δανία, στις πιο ‘ώριμες’ βιομηχανικά Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία, παρατηρείται πλέον και η ισχυροποίηση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών (λιανεμπόριο, υπηρεσίες, εκπαίδευση, διοίκηση) (Γαγανάκης, 1999: 259-260).
Στην ηπειρωτική Ευρώπη τα επενδυτικά συμφέροντα στράφηκαν στην ανάπτυξη των σιδηροδρομικών μεταφορών, συμμετέχοντας στο διεθνή ανταγωνισμό για τον εφοδιασμό των αγορών. Συνεπικουρούμενα από τον τραπεζικό τομέα, προάσπισαν την χαλάρωση του προστατευτισμού με απελευθέρωση των εμπορικών συναλλαγών από τέλη και δασμούς και την εδραίωση ελεύθερων ζωνών εμπορίου ως το 1870 (Γαγανάκης, 1999: 263-264).
Την επόμενη δεκαετία, παρατηρείται στροφή προς μακροπρόθεσμες επενδύσεις, που απαιτούν μεγάλα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και συνεργασία με τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις στρέφουν το ενδιαφέρον στα προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας, με αποτέλεσμα την μετατόπιση της παραγωγής προς τις ηπειρωτικές χώρες και ειδικά τη Γερμανία και την ραγδαία αναπτυσσόμενη Αμερική. Με την έναρξη του 20ου αι. η χρήση του πετρελαίου ως καύσιμης ύλης, αναγγέλλει την εποχή του αυτοκινήτου με την πρωτοκαθεδρία της αμερικάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας και των εργασιακών πρακτικών της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αντίθετα, στις βιομηχανικά υπανάπτυκτες περιοχές όπως Μεσόγειος, Βαλκάνια, Αν. Ευρώπη, η έλλειψη εθνικών επενδυτικών κεφαλαίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, οδήγησε σε κρατικοποιήσεις και εξάρτηση από ξένα επενδυτικά κεφάλαια εγκαθιστώντας μια μορφή ‘χρηματοδοτικού ιμπεριαλισμού’ και οικονομικής ομηρίας (Γαγανάκης, 1999: 266-267, 269 και North, 2000: σ.267).

Οι παραγωγικοί τομείς που επηρέασε η Βιομηχανική Επανάσταση
Οι τεχνολογικές καινοτομίες που υποστήριξαν την βιομηχανική παραγωγή και την ανάπτυξη νέων παραγωγικών κλάδων, δεν εφαρμόστηκαν αυτόματα αλλά σταδιακά, όταν το κόστος εφαρμογής τους επέτρεψε την πλήρη ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία. Η υφαντουργία που αποτέλεσε ένα από τα βαριά χαρτιά της αγγλικής βιομηχανίας γνώρισε την εκμηχάνιση από το 1760. Οι κλωστικές μηχανές (γνέσιμο) δεκαπλασίασαν την παραγωγή και συνεπακόλουθα τις ποσότητες εισαγόμενων πρώτων υλών από Ινδίες και Αμερική. Η ύπαρξη όμως άφθονων φθηνών εργατικών χεριών για αργαλειούς, δεν κατέστησε αναγκαία την αντίστοιχη εκμηχάνιση της ύφανσης, παρά μόνο όταν είκοσι χρόνια μετά απογειώθηκε η ζήτηση βαμβακερών στην αγορά (Γαγανάκης, 1999: 242-243).
Η βαμβακοβιομηχανία σηματοδότησε την πρώτη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης και της βρετανικής εκβιομηχάνισης. Η συνεπακόλουθη χρήση του ατμού λίγο πριν το 1800, δημιούργησε νέα εντυπωσιακά αποτελέσματα για τον κλάδο. Παρ’ όλα αυτά, ο κλάδος διατήρησε την παραδοσιακή του ταυτότητα βασισμένος στα εργατικά χέρια. Με στρατηγικές επιθετικής εξαγωγικής διείσδυσης στις διεθνείς αγορές, οι Άγγλοι βαμβακοβιομήχανοι αποκόμισαν αξιοσέβαστα κέρδη που στην πορεία επανεπενδύθηκαν σε άλλους ανερχόμενους κλάδους όπως αυτός των μεταφορών. Ο σιδηρόδρομος αποτέλεσε από μόνος του ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα που κινητοποίησε την αγγλική οικονομία και εδραίωσε τη βιομηχανική οικονομία την περίοδο 1820-1850, αντιπροσωπεύοντας επενδυμένα κεφάλαια ύψους 240 εκ. στερλινών (Γαγανάκης, 1999: 243-244).
Σε αυτή την πρώτη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης τον 19ο αι. η βιομηχανική παραγωγή στηρίζεται στον παράγοντα εργασία-εργατικά χέρια και όχι στον παράγοντα κεφάλαια-επενδύσεις. Οι επιχειρηματίες αυτής της φάσης είναι αυτοδημιούργητοι και αυτοχρηματοδοτούμενοι και ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι ακόμα προσδεμένος στη γη και τον κρατικό δανεισμό. Η επενδυτική μανία των σιδηροδρόμων από το 1840, είναι αυτή που θα συστρατεύσει αναγκαστικά τα μεγάλα και μεσαία επενδυτικά κεφάλαια (Γαγανάκης, 1999: 251, 256-257).
Κατά τη δεύτερη φάση, μετά το 1850, οι επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά όπως άνθρακας και σίδηρος αρχίζουν να διογκώνονται. Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αρχίζουν να συσσωρεύονται και ο τραπεζικός τομέας προσδοκά την απελευθέρωση των αγορών για να διεθνοποιήσει τις δραστηριότητές του. Η σιδηροβιομηχανία απόλυτα συνυφασμένη με την σιδηροδρομική επέκταση γνωρίζει άνθηση. Σε πλήρη διαφοροποίηση από την υφαντουργική βάση της πρώτης περιόδου, η δεύτερη φάση βασίζεται στα ορυχεία, το σιδηρόδρομο και τη μεταλλουργία. Από το 1880 ο προσανατολισμός μετατίθεται στο χάλυβα, τα χημικά και τον μηχανολογικό εξοπλισμό, ενώ η εκμετάλλευση νέων μορφών ενέργειας (πετρέλαιο, ηλεκτρισμός) οδηγούν στην ανάπτυξη των αντίστοιχων κλάδων (Γαγανάκης, 1999: 259, 263, 264-266).
Η Γερμανική υπεροχή της περιόδου εκφράστηκε κυρίως μέσω της χημικής βιομηχανίας (βαφές, φιλμ, λιπάσματα, συνθετικές ίνες). Στον τομέα του μηχανολογικού εξοπλισμού, είχαμε επίσης εφαρμογές στους κλάδους των όπλων, των μεταλλικών κραμάτων, των εργαλείων και των τροχοφόρων οχημάτων. Σε αυτό το τελευταίο είναι ισχυρή η θέση των ΗΠΑ, που με την επαναστατική γραμμή παραγωγής της Φόρντ κατέστησε το αυτοκίνητο ως βασικό συγκοινωνιακό μέσο αλλά και καταναλωτικό αγαθό. Σύντομα ακολούθησε η ανάπτυξη της εφεύρεσης του αεροπλάνου κυρίως κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα δύο τελευταία βιομηχανικά προϊόντα αναπτύχθηκαν παράλληλα με τον κλάδο του πετρελαίου που αποτέλεσε τη νέα καύσιμη ύλη. Προς το τέλος του 1880 η ηλεκτρική ενέργεια αρχίζει να βρίσκει εφαρμογές στη βιομηχανία (λάμπα φωτισμού, τραμ, μετρό κλπ.) και με την εξάπλωσή της κατέστησε εφικτή την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών (τηλέγραφος, ασύρματος, τηλέφωνο) (Γαγανάκης, 1999: 266-268).

Οι δημογραφικές επιπτώσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης
Κατά την πρώτη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης η δημογραφική επέκταση και η άνοδος τιμών των αγροτικών προϊόντων, οδήγησαν σε εμπέδωση νέων αστικών καταναλωτικών προτύπων στη Βρετανία. Η δημογραφική έκρηξη του τέλους του 18ου αι. είναι συνυφασμένη με τη διαδικασία εκμηχάνισης και την απορρόφηση του δυναμικού στις κατασκευές. Χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποιο προηγήθηκε, οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι η δημογραφική ανάπτυξη πήγασε εν μέρει από τη βιομηχανική, καθώς οι συνθήκες διαβίωσης στις εργατουπόλεις μείωναν το προσδόκιμο ζωής ενθαρρύνοντας τους γάμους σε μικρή ηλικία (Γαγανάκης, 1999: 239, 241-242).
Ως αποτέλεσμα της Βιομηχανικής Επανάστασης θεωρείται η εγκαθίδρυση ενός νέου καταμερισμού εργασίας που οδήγησε σε συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού με παράλληλη αύξηση του αστικού. Η εμπορευματοποίηση της γης, η εξαφάνιση της μικρής καλλιέργειας και η στόχευση της αγροτικής παραγωγής στις αυξανόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς, δημιούργησαν ένα πλεόνασμα ανειδίκευτου δυναμικού ως αποτέλεσμα της πτώσης της αγροτικής κοινωνίας. Το δυναμικό αυτό αντιμετώπισε το νέο καθεστώς εργασιακών σχέσεων με συνεχή ωράρια εργασίας, μισθούς δεμένους στο άρμα της παραγωγικότητας, ποινές και πρόστιμα, γυναικεία και παιδική εκμετάλλευση. Αυτό το νέο καθεστώς, χωροταξικά τοποθετημένο σε πρόχειρα στημένες, ασφυκτικές και επιβλαβείς εργατουπόλεις, αποτέλεσε αιτία δυστυχίας και γέννησης κοινωνικών προβλημάτων (Γαγανάκης, 1999: 245-246, 248).
Στο ξεκίνημα της Βιομηχανικής Επανάστασης, οι χαμηλοί ρυθμοί εκβιομηχάνισης καθήλωναν το πλεονάζον δυναμικό στην ύπαιθρο εξανεμίζοντας το βιοτικό του επίπεδο και οδηγώντας τα ασθενή αγροτικά στρώματα σε εξαθλίωση, με μοναδική διέξοδο τη μαζική μετανάστευση είτε σε βιομηχανικά αστικά κέντρα είτε στο Νέο Κόσμο. Αλλά και μακροπρόθεσμα η ανεργία που άρχισαν να βιώνουν οι ανειδίκευτοι εργάτες στα αστικά κέντρα λόγω της πλήρους εκμηχάνισης, οδήγησαν σε εσωτερική (από πόλη σε πόλη και από κλάδο σε κλάδο) και εξωτερική μετανάστευση (Γαγανάκης, 1999: 250-251, 253).
Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αρχίζουν να βιώνουν το βιομηχανικό καπιταλισμό μέσα από την επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου. Ο δείκτης θνησιμότητας από το τέλος της πρώτης φάσης αρχίζει να αυξάνει λόγω παιδικής και νεανικής θνησιμότητας στα αστικά κέντρα. Η φτώχια και η ανεργία εμφανίζονται αμείλικτα ως κοινωνικές πραγματικότητες, ειδικά για μικροτεχνίτες και εποχιακούς εργάτες. Η κατανάλωση βασικών προϊόντων επίσης διατηρεί πτωτική τάση, ενώ εμφανίζονται φθηνά τρόφιμα (πατάτα) και νοθεύσεις τροφών (πχ. ζάχαρης) αποδεικνύοντας την πτώση του βιοτικού επιπέδου των ασθενών στρωμάτων (Γαγανάκης, 1999: 253-255 και Teich, 2008: σ.77).
Από το 1850 με την έναρξη της Β’ φάσης της Βιομηχανικής Επανάστασης, η νέα δημογραφική τάση αφορά τη μεταβολή του δείκτη γεννήσεων ως απόρροια της εκβιομηχάνισης σε όλες τις χώρες της ΒΔ Ευρώπης έναντι της ΝΑ Ευρώπης. Η εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης σε προληπτικό επίπεδο έναντι των λοιμωδών νοσημάτων βοήθησε σημαντικά. Η αύξηση των γεννήσεων στο Νότο αποτελεί πλέον ένδειξη υστέρησης, καθώς η μείωση παιδικής θνησιμότητας στο Βορρά δεν καθιστά αναγκαίες τις πολλές γεννήσεις. Επιπλέον, τα νέα βιομηχανικά καταναλωτικά πρότυπα δεν επιτρέπουν στα ασθενή στρώματα να θυσιάσουν το εισόδημά τους για κάτι πέρα από τη βελτίωση της υλικής διαβίωσής τους (Γαγανάκης, 1999: 258-259 και Aldcroft & Ville, 2005: σ.56).
Σε κοινωνικό επίπεδο ήδη από το τέλος του 18ου αι. η αστική τάξη σχηματοποιείται και αποκτά ταξική συνείδηση. Ο σταδιακός μετασχηματισμός της συνδυάζεται με την εσωτερική διαφοροποίηση πλούτου και ασχολιών σε επιμέρους ταξικές υποομάδες εισοδηματιών, κυβερνητικών γραφειοκρατών, μεγαλο-κατασκευαστών, επαγγελματιών τεχνιτών και βιομηχάνων μαζικής παραγωγής. Από τα μέσα του 19ου αι. η βιομηχανική αστική τάξη εδραιώνεται, εκπροσωπείται πολιτικά από τα φιλελεύθερα κόμματα και ελέγχει την τοπική αυτοδιοίκηση. Με λάβαρο τον καπιταλισμό, την ελεύθερη αγορά και την αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, επιθυμεί να διαφυλάξει την ‘τάξη πραγμάτων’ έναντι των εργατικών στρωμάτων. Η επίγνωση της ισχύος της και η υιοθέτηση αστικής κουλτούρας, την οδηγεί σε ένα εργασιακό ήθος και μια καταναλωτική συμπεριφορά που της προσάπτουν μια ανωτερότητα βιολογικά θεμελιωμένη, νομιμοποιώντας τη σχέση εξουσίας έναντι των εργατών (Γαγανάκης, 1999: 236-237, 270).
Στον αντίποδα, από το 1860 οι εργάτες αποκτούν και αυτοί ταξική συνείδηση εκφράζοντας διεκδικήσεις. Οι δυνατότητες κοινής συνδικαλιστικής δράσης τα πρώτα χρόνια της βιομηχανικής κοινωνίας ήταν περιορισμένες για λόγους μορφωτικούς και κοινωνικούς. Το αντι-μηχανιστικό κίνημα των Λουδδιτών που είχε ως σκοπό την καταστροφή των μηχανών, στην ουσία αποτέλεσε μία πρώτη μορφή έκφρασης αντιπαλότητας μεταξύ εργάτη-εργοδότη και μια μορφή διεκδίκησης καλύτερων συνθηκών εργασίας και ημερομισθίων, με μέσο εκβίασης τα μέσα παραγωγής (Γαγανάκης, 1999: 251-252, 272).
Σιγά σιγά, τα κοινά προβλήματα και οι ανάγκες, ο κοινός τρόπος ζωής και οι τόποι συνάθροισης και κυρίως το κοινό αίσθημα αντιπαλότητας προς τους αστούς εργοδότες, σχηματοποίησαν την ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Ακολούθως, η εργατική τάξη αυτοοργανώνεται είτε στα πλαίσια της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, είτε με αυτόνομες κλαδικές ενώσεις (ανθρακωρύχοι, λιμενεργάτες κλπ.) πολλές φορές μέχρι και το επίπεδο ενιαίας εθνικής κλίμακας (Γαγανάκης, 1999: 272-273 και Teich, 2008: σ.78).

Επίλογος - Συμπεράσματα
Ο τρόπος που προσεγγίζει ο κάθε μελετητής το θέμα της Βιομηχανικής Επανάστασης παίζει σημαντικό ρόλο στην υιοθέτηση ή όχι του όρου ‘επανάσταση’. Μέσα από μια υπερεθνική προσέγγιση του θέματος διαφαίνεται η σταδιακή διάχυση των αλλαγών με αφετηρία την πρώτη βιομηχανική χώρα, τη Βρετανία. Εστιάζοντας επίσης στη βιομηχανική παραγωγή αποκαλύπτεται ένα προβιομηχανικό τεχνολογικό υπόβαθρο που μέσα από την αυξανόμενη τεχνολογική πρόοδο οδήγησε σε κορύφωση των οικονομικών μεταβολών. Όμως αυτά αφορούν προσεγγίσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συντελέστηκε η αλλαγή, ενώ το πλέον ουσιώδες είναι το αποτελέσματα αυτής της αλλαγής. Ο όρος ‘επανάσταση’ έχει μεγαλύτερη σημασία ως προς την έννοια της ρήξης με το παρελθόν, παρά ως προς τη διάρκεια ζωής ή την διαδικασία ολοκλήρωσης. Όπως επισημαίνει ο North, η επανάσταση έγκειται στο μέγεθος των μεταβολών παρά στον ριζοσπαστικό χαρακτήρα τους (Aldcroft & Ville, 2005: σ.14-15 και North, 2000: σ.252).
Η ουσία της Βιομηχανικής Επανάστασης, έγκειται στην εξελικτική και σταδιακή διαδικασία ανατροπής των κατάλοιπων φεουδαρχικών κοινωνικο-οικονομικών δομών και στη μετάβαση από την φεουδαλική στην καπιταλιστική βιομηχανική οικονομία. Μια μετάβαση που είχε οικονομικές αλλά και κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις, αλλάζοντας τη μορφή και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Αυτός ο ριζικός μετασχηματισμός όσο κι αν βασίστηκε σε προγενέστερες χρονικά και τοπικά αλλαγές και μικρότερες επιμέρους ‘επαναστάσεις’, ήταν τέτοιος σε σημασία και μέγεθός που όμοιος δεν είχε υπάρξει μέχρι τότε στην ιστορία (Γαγανάκης, 1999, σ. 239-240).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ALDCROFT, D. H. και VILLE, S. P. (2005), (Επιμ.), Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914: Θεματική Προσέγγιση, Μτφ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
2. BENEVOLO, L. και ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, Π., (1977), Βιομηχανική Επανάσταση - Βιομηχανική Πόλη, Αθήνα, Εκδόσεις Νέα Σύνορα.
3. POUNDS, N. J. G. (2001), Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης: Η μοντέρνα Ευρώπη – Τόμος Β’, μτφ. Μ. Αλεξάκης, Μ. Κονομή, Α. Λογιάκη, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
4. NORTH, D. C. (2000), Δομή και Μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Μτφ. Α. Αλεξιάδη, Αθήνα, Εκδόσεις Κριτική.
5. TEICH, M. (2008), «Η Βιομηχανική Επανάσταση και η Κοινωνία στην Ευρώπη κατά τον 19ο Αιώνα», Μτφ. Μ. Αρκολάκης, στο ΔΡΙΤΣΑ, Μ., (Επιμ.), Θέματα Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
6. ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.
7. ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Λ. και ΣΚΛΙΑΣ, Π. (2001), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης - Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, Εκδόσεις ΕΑΠ.


© Ιωάννης Ζήσης 2010

ΕΠΟ10 (Ευρωπαϊκή Ιστορία) - 2/2008

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ
ΜΑΡΟΥΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2008

ΘΕΜΑ
«Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, νέες αποικιακές δυνάμεις αναδύονται στην ευρωπαϊκή σκηνή και σταδιακά εξελίσσονται σε αυτοκρατορίες. Αναφέρετε ποιες δυνάμεις πρωταγωνίστησαν στη φάση αυτή της ευρωπαϊκής επέκτασης και περιγράψτε τις μεθόδους κυριαρχίας τους στις κτήσεις και τις αποικίες τους»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το θέμα πραγματεύεται την ανάδυση νέων αποικιοκρατικών ευρωπαϊκών δυνάμεων την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα και την σταδιακή μετεξέλιξή τους σε αυτοκρατορίες μέσα από τη διαδικασία του αποικιακού ανταγωνισμού.
Ξεκινώντας με μια αναδρομή στις αποικιακές δυνάμεις της πρώτης περιόδου των ανακαλύψεων και δίνοντας έμφαση στη μεθοδολογία με την οποία αντιμετώπισαν τις νέες κτήσεις τους, θα καταγραφούν οι συνθήκες υπό τις οποίες απώλεσαν την πρωτοκαθεδρία τους. Ακολούθως θα γίνει μια παρουσίαση των ναυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων που πρωτοστάτησαν στον αποικιακό μαραθώνιο του 18ου αιώνα και θα αναλυθούν εμφατικά οι τρόποι που επέλεξαν, για να ασκήσουν την κυριαρχία τους επί των κτήσεων τους, των αποίκων και των αυτοχθόνων λαών. Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί μια αξιολόγηση των μεθόδων αυτών και των αποτελεσμάτων τους για τις χώρες που τις χρησιμοποίησαν.
Κλείνοντας, θα αναφερθούν επιχειρήματα και απόψεις που αφορούν τη σύνδεση της αποικιοκρατίας με τη γένεση συγκεκριμένων ιδεολογημάτων. Συμπερασματικά θα επιχειρηθεί μια σύγκριση με τη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία που επικρατεί στη σημερινή Ευρώπη.

Η δημιουργία των πρώτων αποικιακών αυτοκρατοριών
Ο 16ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ‘έξοδο’ της Ευρώπης από τα στενά γεωγραφικά όρια της ηπείρου μέσω των μεγάλων ανακαλύψεων, των υπερπόντιων ταξιδιών και της ίδρυσης αποικιών στον λεγόμενο Νέο Κόσμο. Η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι οι δύο χώρες που πρωτοστατούν σε αυτή την εξωστρέφεια εγκαινιάζοντας ένα νέο είδος ανταγωνισμού που θα διατρανωθεί στους επόμενους αιώνες μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Τα τεχνικά μέσα (ναυσιπλοΐας, χαρτογραφίας, ναυπηγικής κλπ.) που είχαν την τύχη να διαθέτουν, η δίψα των ευγενών και αριστοκρατών για περισσότερη γη, αξιώματα και κοινωνική άνοδο, η δημογραφική πίεση στο εσωτερικό των χωρών και οι κοινωνικές αντιθέσεις, η κατοπινή επιθυμία εκπολιτισμού και εκχριστιανισμού των νεοανακαλυφθέντων λαών, αλλά κυρίως η διαχρονική παθιασμένη επιδίωξη για πλούτο, εξουσία και επέκταση της επιρροής και ηγεμονίας στην ηπειρωτική Ευρώπη, αποτέλεσαν τους κύριους γενεσιουργούς παράγοντες της Ιβηρικής πρωτοκαθεδρίας στην πρώτη φάση της αποικιοκρατίας (1).
Η Πορτογαλία είχε εξαρχής φιλοδοξίες στοχευμένες στο χτίσιμο εμπορικής αυτοκρατορίας, δηλαδή στην εμπορική εκμετάλλευση των νέων περιοχών και όχι στην εδαφική κυριαρχία επί αυτών. Πριν καν ανακαλυφτεί η Αμερική, κατασκευάζει οχυρά, φρούρια και εμπορικούς σταθμούς ανεφοδιασμού στους κυριότερους θαλάσσιους δρόμους προς τις Ινδίες, την Απω Ανατολή, τον Ειρηνικό και την Αφρική. Λόγω δε της προσήλωσης αυτής στο εμπόριο (κυρίως των Ινδιών), οι αμερικάνικες κτήσεις της όπως πχ. η Βραζιλία παρέμειναν για χρόνια ανεκμετάλλευτες (2).
Η Ισπανία αντίθετα που θεωρείται η μεγάλη ευνοημένη από την ανακάλυψη της αμερικάνικης ηπείρου, ακολουθεί μια πολιτική επέκτασης βασισμένη στην κατάκτηση εδαφών και στην μόνιμη εγκατάσταση στις υποταγμένες χώρες. Στόχος της Ισπανίας είναι τα πολύτιμα μέταλλα των νέων εδαφών και ο πλούτος που μπορεί να προέλθει από τη λεηλασία των κατακτημένων, τα λύτρα των αιχμαλώτων, τους φόρους των υποταγμένων λαών και την εκμετάλλευση των ορυχείων τους. Αδιαφορώντας κατ’ ουσία για την εσωτερική της ανάπτυξη, η Ισπανία χρησιμοποιεί τον αμύθητο πλούτο της νέας ηπείρου για να εδραιώσει την υπεροχή της στην ηπειρωτική Ευρώπη (3).
Συγκριτικά με τους Πορτογάλους, οι Ισπανοί προσπάθησαν να αντιγράψουν στις αποικίες τα αστικά πρότυπα της μητρόπολης και να μεταλαμπαδεύσουν τα χριστιανικά και πολιτιστικά πρότυπα τους με τη βία, αναστατώνοντας τους ντόπιους πληθυσμούς. Αδιαφόρησαν για τους ιθαγενείς, τους αντιμετώπισαν βάναυσα και τους απαξίωσαν στο επίπεδο των απολίτιστων δούλων οδηγώντας σταδιακά μέσα από τις κακουχίες στον αφανισμό τους και στην αναγκαστική εισαγωγή των εργατικών χεριών Αφρικανών σκλάβων. Αντίθετα οι Πορτογάλοι, δεν μετέβαλλαν τα συστήματα παραγωγής ούτε προέβησαν σε παρεμβάσεις υψηλής εμβέλειας στον κοινωνικό ιστό και τις τοπικές δομές. Η συνένωση των δύο κρατών υπό τον Φίλιππο Β’ στα τέλη του 16ου αιώνα και οι αμοιβαίες επιδράσεις, οδήγησαν σε μια προσπάθεια δημιουργίας μεγαλύτερης πορτογαλικής βάσης στην ενδοχώρα μέσα από εδαφικές κατακτήσεις (4).

Η παρακμή των παραδοσιακών αποικιακών δυνάμεων
Η συνένωση των Ιβήρων και η δημιουργία μιας τεράστιας αποικιακής αυτοκρατορίας ενώ φαινομενικά οδηγεί στη δημιουργία μιας παγκόσμιας υπερδύναμης, εν τούτοις σηματοδοτεί την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για την τελική συρρίκνωση. Είναι τόσο μεγάλη η έκταση της αυτοκρατορίας που η περαιτέρω επέκτασή της στην ηπειρωτική Ασία και την Κίνα, εγκαταλείπονται γρήγορα προς χάριν της συντήρησης και διατήρησης των κεκτημένων. Η Ισπανία ειδικότερα εισέρχεται σε οικονομική και ηθική πτώχευση. Ο Φίλιππος και οι διάδοχοι του επικεντρώθηκαν στα βραχυπρόθεσμα οφέλη του αποικισμού και δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία στις ανάγκες των λαών στις ανόμοιες και υπερβολικά διάσπαρτες κτήσεις (5).
Οι Ισπανοί δεν ανέπτυξαν ποτέ τις τοπικές οικονομίες, το εμπόριο και τη γεωργία και παρέμειναν πιστοί στην νοοτροπία της αρπαγής χρυσού και αργύρου, η συσσώρευση των οποίων, χωρίς νομισματικές πολιτικές και οικονομικό προγραμματισμό, οδήγησε σε οικονομική ύφεση και τελικά σε κρίση. Οι πόροι του κράτους δαπανιόντουσαν για τον έλεγχο των ωκεανών και τη συντήρηση και προστασία των απομακρυσμένων αποικιών. Αργά αλλά σταθερά η αυτοκρατορία αρχίζει να αποσυντίθεται έναντι των αναδυόμενων ανταγωνιστών και μάλιστα στην ηπειρωτική ευρώπη. Τρανό παράδειγμα αποτελούν οι επαναστατημένες Κάτω Χώρες που μετά από 80ετή πόλεμο πετυχαίνουν την ανεξαρτητοποίηση τους και συγκροτημένες πολιτειακά ως δημοκρατία θα αποτελέσουν βασικό ανταγωνιστή στο αποικιακό πεδίο του 17ου αιώνα (6).
Από τα τέλη του 16ου αιώνα οι νέες δυνάμεις και ειδικότερα η Ολλανδία, η Γαλλία και η Βρετανία αμφισβητούν την κυριαρχία των Ιβήρων οι οποίοι χάνουν σταδιακά την πρωτοκαθεδρία της αποικιακής εξάπλωσης και του διηπειρωτικού εμπορίου. Οι νέες δυνάμεις έπρεπε αρχικά να υπερκεράσουν το εμπόδιο ότι η πρόσβαση στην Αμερική και τις Ινδίες ελεγχόταν από τους Ίβηρες και έπρεπε να ανακαλύψουν νέους θαλάσσιους δρόμους. Πρώτα οι Ολλανδοί και μετά οι Άγγλοι κινήθηκαν προς τον Β. Καναδά, την Αυστραλία, τη Ν. Ζηλανδία, τα νησιά του Ειρηνικού, ενώ η Γάλλοι προς την Πολυνησία και την Ταϊτή. Αυτή η δεύτερη φάση ανακαλύψεων ήρθε να στηρίξει την δεύτερη φάση της αποικιοκρατίας προς όφελος των αναδυόμενων δυνάμεων, που πετυχημένα διέκριναν ότι το μέλλον δεν βρισκόταν στην αναζήτηση του Ελντοράντο, αλλά στο εμπόριο για το οποίο απαραίτητη ήταν η ναυτική κυριαρχία στους ωκεανούς (7).
Έτσι λοιπόν από τον 17ο αιώνα, Ολλανδοί και Άγγλοι επελαύνουν στις πορτογαλικές εμπορικές κτήσεις αφήνοντας ανέγγιχτες μόνο τη Βραζιλία, το Μακάο και τις κτήσεις της Δ. Αφρικής. Η Ισπανία με βραδύτερους ρυθμούς χάνει και αυτή τον έλεγχο της αυτοκρατορίας της έχοντας απωλέσει την άλλοτε κραταιά ναυτική ισχύ του στόλου της. Ο πόλεμος της διαδοχής του Κάρολου Β’ άφησε την Ισπανία με μια συρρικνωμένη αυτοκρατορία που διατηρεί μόνο τις αποικίες της Αμερικής και τις Φιλιππίνες, έχοντας ουσιαστικά ως μοναδικό πεδίο αναφοράς στον Νέο Κόσμο την αμερικάνικη ήπειρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ισπανική παρουσία εξαφανίζεται εντελώς, απλά στα πλαίσια του αποικιακού ανταγωνισμού χάνει την πρωτοκαθεδρία της από τις νέες δυνάμεις (8).

Οι νέες αποικιακές δυνάμεις και οι μέθοδοι κυριαρχίας τους : Ολλανδία – Γαλλία – Μ. Βρετανία
Η Ολλανδία οικοδομεί υπερπόντια αυτοκρατορία ήδη από το τέλος του 16ου αιώνα και φτάνει στο απόγειό της στα μέσα του 17ου. Ο οικονομικός και κοινωνικός χαρακτήρας των Κάτω Χωρών ευνοεί την υπερπόντια επέκταση καθώς οι επιχειρηματικές τάξεις συγκεντρώνουν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία. Επίσης οι τεχνικές εξελίξεις στη ναυσιπλοΐα, τους ευνοούν στην απόκτηση υπεροχής έναντι των ανταγωνιστών κατά τον 17ο αιώνα (9).
Έχοντας εκτοπίσει τους Πορτογάλους από την Ασία ακολουθούν το παράδειγμά τους και διατηρούν εμπορικούς σταθμούς και όχι αποικίες εγκατάστασης. Δεν επιθυμούσαν να επεκταθούν στην ενδοχώρα αλλά να μπορέσουν να κινούν τα νήματα στο πολιτικό πεδίο έτσι ώστε να ελέγχουν την διεξαγωγή του εμπορίου. Όχημά τους σε αυτήν την προσπάθεια αποτέλεσε η Εταιρία Ανατολικών Ινδιών που λειτουργούσε υπό τον έλεγχο των επιμελητηρίων του Άμστερνταμ με στόχο την ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου και την αύξηση των κερδών για την παροχή αυξημένων μερισμάτων στους μετόχους που βρίσκονταν στην μητρόπολη. Ο έλεγχος του εμπορίου στηρίχθηκε σε συμμαχίες και συνθήκες που εσύναπτε η εταιρία ως προνομιακός εκπρόσωπος του μητροπολιτικού κράτους με τους τοπικούς ηγεμόνες (10).
Οι Ολλανδοί ίδρυσαν αποικίες και στον Νέο Κόσμο μέσω της Εταιρίας Δυτικών Ινδιών, όμως είχαν μικρή διάρκεια ζωής. Δεν επρόκειτο για αποικίες εγκατάστασης λόγω του περιορισμένου πληθυσμού της μητρόπολης, της ευημερίας και της θρησκευτικής ανεκτικότητας (παράγοντες υποκίνησης της μετανάστευσης). Αυτό προκάλεσε τελικά την πτώχευση της εταιρίας ταμειακά και εμπορικά. Όσο επέζησε αποτέλεσε ένα οιονεί κράτος με στρατιωτικό μηχανισμό και αλλεπάλληλες κατακτήσεις. Η εταιρία υποστήριξε όπου εγκαταστάθηκε την ύπαρξη συστήματος διοίκησης με αντιπροσωπευτικότητα για τους αποίκους, σε αναλογία με το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα που ίσχυε στη μητρόπολη (11).
Η Γαλλία στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα προχώρησε στην ίδρυση αποικιών στην Αμερική , την Ασία και την Δ. Αφρική, έχοντας ως βασικό κίνητρο το εμπορικό κέρδος. Ένα κράτος βέβαια που σε αντίθεση με την Ολλανδία και την Βρετανία είχε συγκεντρωτικό χαρακτήρα και απόλυτη μοναρχία, αποσκοπεί επίσης στην αύξηση της ισχύος και του γοήτρου. Το πολιτικό σύστημα της μητρόπολης αντανακλάται στην διοικητική οργάνωση των αποικιών. Τα όχημα παρέμεινε η ίδρυση μετοχικών Εμπορικών Εταιριών όμως το κράτος εδώ έχει ενισχυμένο και πρωτεύοντα ρόλο και στην κεφαλαιακή σύνθεση και στην διοίκηση (12).
Οι γαλλικές Εμπορικές Εταιρίες ήταν ιδιοκτήτριες των αποικιών και είχαν μονοπώλιο του αποικιακού εμπορίου, με τον Γάλλο βασιλιά να έχει την υψηλή εποπτεία. Κυριότερη υπήρξε η εταιρία των Ινδιών που αναδιοργανώθηκε πολλές φορές μέχρι την οριστική διάλυσή της. Η επιτυχία των γαλλικών εταιριών ήταν πρόσκαιρη και δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν ούτε διοικητικά ούτε και ανταποδοτικά στους μετόχους, με αποτέλεσμα να διαλυθούν και οι αποικίες που κατείχαν πέρασαν στην κυριότητα του κράτους ως βασιλικές αποικίες (13).
Στον Νέο Κόσμο, η Γαλλία ξεκίνησε δυναμικά με αποικίες στην Β. Αμερική και αργότερα μέχρι και στη Νέα Ορλεάνη. Σημαντικότερες οικονομικά αποδείχτηκαν οι αποικίες φυτειών της Καραϊβικής. Στρατηγικά οι Γάλλοι ήρθαν σε συνεννόηση με φυλές Ινδιάνων είτε εμπορικά-οικονομικά είτε και σε πολιτικό επίπεδο συνάπτοντας συμμαχίες στα πλαίσια του ανταγωνισμού με Βρετανούς και Ισπανούς. Ο Επταετής Πόλεμος, η ήττα της Γαλλίας και η παραχώρηση των περισσότερων αποικιών της στη Βρετανία σηματοδότησε τη διάλυση του γαλλικού αποικιακού κράτους της Αμερικής. Στις αποικίες εφάρμοσαν ένα σύστημα όμοιο με το μητροπολιτικό, με κυβερνήτη διορισμένο από το στέμμα και ανώτατο συμβούλιο. Το σύστημα ήταν συγκεντρωτικό και αυταρχικό αλλά όχι αυθαίρετο. Στην Ασία λόγω της ύπαρξης πολλών ισχυρών και οργανωμένων κρατών δεν ευνοήθηκε η μετανάστευση πληθυσμών. Έτσι αντί για αποικίες εγκατάστασης οι Γάλλοι προτίμησαν Εμπορικούς Σταθμούς, μέσα από συμφωνίες και συμμαχίες της Εταιρίας των Ινδιών με Ινδούς ηγεμόνες (14).
Η Βρετανία από τον 17ο αιώνα ίδρυσε αποικίες εγκατάστασης στην Β. Αμερική και κατέλαβε αποικίες φυτειών στην Καραϊβική. Λόγω θέσης, λόγω πολιτικού συστήματος και λόγω του ισχυρού της στόλου, της ναυτικής εμπειρίας αλλά και της πειρατικής συνδρομής, είχε όλες τις προϋποθέσεις πολιτικά και υλικά για να προχωρήσει σε αποικιακή επέκταση. Σε συνδυασμό με κοινωνικές, θρησκευτικές και εμπορικές συγκυρίες, η αναζήτηση νέων εγκαταστάσεων και αγορών ενθαρρύνθηκε έντονα (15).
Η στρατηγική των Βρετανών στις αμερικάνικες αποικίες εγκατάστασης ήταν να δείξουν ανοχή στους ιθαγενείς κλείνοντας συμφωνίες με τις διάφορες φυλές. Αναγκάστηκαν να τους απωθήσουν σταδιακά μόνο όταν χρειαζόταν η περεταίρω εξάπλωση. Ταυτόχρονα ανέπτυξαν κι ένα είδος εμπορικών σχέσεων για προμήθεια γούνας και θηραμάτων. Αρχικά ακολουθήθηκε ως σύστημα διοίκησης η παραχώρηση της εκμετάλλευσης σε ιδιώτες και τελικά επικράτησε η εκμετάλλευση από μετοχικές εμπορικές εταιρίες ώσπου τελικά αυτές διαλύθηκαν και οι αποικίες περιήλθαν στην κατοχή του στέμματος (16).
Τον 18ο αιώνα οι αποικίες πολιτικά οργανωμένες κατά τα πρότυπα των μητροπολιτικών αγγλικών πόλεων, παρά τον διορισμό κυβερνήτη και εκτελεστικής εξουσίας από τον βασιλιά, αποτελούσαν αυτόνομες κοινότητες με κοινοβούλια και νομοθετική εξουσία. Επικρατούσε θρησκευτική ελευθερία και γι’ αυτό προσέλκυσαν μετανάστες από άλλες χώρες. Όμως σε οικονομικό επίπεδο υπήρχε εξάρτηση από την μητρόπολη τα συμφέροντα της οποίας εξυπηρετούνταν κατά προτεραιότητα από το αποικιακό εμπόριο. Η μητρόπολη έθετε φραγμούς στην βιομηχανική ανάπτυξη των αποικιών για να προστατεύσει τα εξαγωγικά της προϊόντα (17).
Στην Ινδική υποήπειρο η Βρετανία χρησιμοποίησε την Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών ως όχημα για την ίδρυση εμπορικών σταθμών. Κυρίως όμως για την επικυριαρχία της έναντι της αντίστοιχης γαλλικής εταιρίας, αποσπώντας τελικά ακόμα μεγαλύτερα οφέλη και προνόμια από τους τοπικούς ηγεμόνες και τον αυτοκράτορα της Ινδίας. Η εταιρία ευνοήθηκε από την πολιτική αστάθεια και τις τοπικές έριδες και προχώρησε σε συμφωνίες και συμμαχίες με ηγεμόνες και κρατίδια. Για να συντηρήσει τον στρατό της που περιλάμβανε Ινδούς, επιδίωξε την εδαφική επέκταση που σήμαινε επιπλέον φόρους υποτέλειας και εισοδήματα για τους μετόχους. Οι Βρετανοί κυβέρνησαν σεβόμενοι τις τοπικές παραδόσεις και χρησιμοποιώντας ντόπιο διοικητικό προσωπικό. Συγκρότησαν δε ένα εκπαιδευμένο και επαγγελματικό σώμα για τη διοίκηση της χώρας (18).

Αξιολόγηση των μεθόδων κυριαρχίας για τις αποικιακές δυνάμεις
Η χρήση των Εμπορικών Εταιριών ως οχημάτων διοίκησης και οργάνωσης των αποικιών και του εμπορίου, αποδείχτηκε μια αποτελεσματική μέθοδος και για τις τρεις νέες αποικιακές δυνάμεις. Με εξαίρεση τις γαλλικές εταιρίες που είχαν πλήρη κρατική υποστήριξη στα πλαίσια της μερκαντιλιστικής οικονομικής θεώρησης, οι αγγλικές και ολλανδικές εταιρίες λειτούργησαν πιο αυτόνομα στη βάση κεφαλαίων ιδιωτών. Υπό την δικαιοδοσία τους γινόταν ένας συγκερασμός ατομικών, συλλογικών και κρατικών συμφερόντων και διασφαλίζονταν τα κεφάλαια που επενδύονταν στην αποικιακή επέκταση, ενώ δίδονταν πλούσια μερίσματα στους μετόχους (19).
Σχετικά με τα επιμέρους ειδικά χαρακτηριστικά των μεθόδων των τριών δυνάμεων, οι Ολλανδοί έδωσαν αποκλειστικά έμφαση στην ίδρυση εμπορικών σταθμών και όχι αποικιών εγκατάστασης. Αυτό εκ των αποτελεσμάτων αποδείχτηκε θνησιγενές. Δεν είχαν την ισχύ να προασπίσουν και να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και την ίδια τους την οντότητα, ενώ η αναγκαστική σύναψη συμφωνιών και συμμαχιών με ντόπιους ηγεμόνες, τους ενέπλεξε σε τοπικές διαμάχες και πολέμους. Μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα οι αποικίες τους περιήλθαν στην κατοχή κυρίως των Βρετανών (20).
Το γαλλικό αποικιακό σύστημα διοίκησης ως αντανάκλαση του μητροπολιτικού πολιτεύματος ήταν καταφανώς συγκεντρωτικό. Μετά την Γαλλική Επανάσταση οι αποικίες εξισώθηκαν και αφομοιώθηκαν στην μητρόπολη, όμως υπό τον Ναπολέοντα επανήλθε η διάκριση των αποικιών και η εκ νέου υποταγή τους στη μητρόπολη. Αυτή η ανομοιογένεια δημιούργησε μια δισυπόστατη αντίληψη κι ένα προβληματισμό σχετικά με τον χαρακτήρα των αποικιών.
Επίσης για πολλές γαλλικές αποικίες ισχύει ότι και για τις ολλανδικές. Η ελλιπής επάνδρωσή τους σε σύγκριση με τις γειτονικές βρετανικές λειτούργησε ως παράγοντας αποδόμησης. Η διάψευση των οικονομικών προσδοκιών των καναδικών κτήσεων και η απαγόρευση μετανάστευσης προτεσταντών στην Αμερική από μια μητροπολιτική Γαλλία που έλεγχε το θρήσκευμα των αποίκων, λειτούργησαν σαν παράγοντες αποθάρρυνσης των ενδιαφερόμενων προς αποικισμό. Το κυριότερο όμως είναι ότι σε μια αποικιακή διαδικασία συνυφασμένη με τον ωκεανό και σε ένα γεωγραφικό χώρο όπου η ύπαρξη ναυτικής ισχύος είναι προαπαιτούμενο, η Γαλλία εμφανίζεται κυρίως ως ηπειρωτική δύναμη και όχι ως ναυτική (21).
Για την Βρετανία βασικό στοιχείο κριτικής της μεθοδολογίας της, αποτελεί η ανεξαρτητοποίηση των ΗΠΑ. Ακούγεται παράδοξο οι αποικίες με το μεγαλύτερο βαθμό πολιτικής αυτονομίας να νιώθουν την ανάγκη απόσχισης από την μητρόπολη. Όμως οικονομικά και εμπορικά οι 13 αποικίες εγκατάστασης πνίγονταν από την μητροπολιτική παρέμβαση που μονοπωλούσε τη διακίνηση προϊόντων για τα συμφέροντά της, δεν επέτρεπε την βιομηχανική ανάπτυξη, επέβαλε έμμεσους φόρους μετά τον Επταετή πόλεμο λόγω χρεών και εμπόδισε την επέκταση δυτικά. Την ίδια ώρα οι βόρειες αποικίες δεν αντιπροσωπεύονταν στο μητροπολιτικό κοινοβούλιο και αυτό επέτεινε την ήδη μεγάλη δυσαρέσκεια. Η ανεξαρτητοποίηση μετά τον επιτυχή ομώνυμο πόλεμο μετέβαλε και την αποικιακή στρατηγική της Βρετανίας, που πλέον δεν επιδίωξε τη δημιουργία αποικιών εγκατάστασης (22).
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος η Βρετανία αποδείχτηκε η επικρατούσα αποικιακή αυτοκρατορία όχι μόνο λόγω των κτήσεών της αλλά επειδή κατάφερε διαχρονικά να διαμορφώσει μια αποικιακή στρατηγική με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Μετά από κάθε διαμάχη του αποικιακού ανταγωνισμού η Βρετανία αποκτούσε νέες κτήσεις ή επιρροές και ερείσματα σε νέες περιοχές. Ακόμα και όταν τα κέρδη ήταν ισχνά οι ζημιές των ανταγωνιστών της ήταν πολύ μεγαλύτερες. Σε συνδυασμό με την πρωτοπορία στην βιομηχανική επανάσταση και την διατήρηση πανίσχυρου ναυτικού, δικαιολογημένα κατέκτησε την πρώτη θέση στην κούρσα της αποικιακής επικράτησης (23).

Επίλογος - Συμπεράσματα
Είδαμε αναλυτικά ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις κατεστημένες και αναδυόμενες, αφού πρώτα επιδόθηκαν σε ένα δεύτερο γύρο ανακαλύψεων νέων θαλάσσιων δρόμων και εδαφών, αντιλήφθηκαν εγκαίρως τη σημασία της ναυτικής κυριαρχίας και της εμπορικής ισχύος. Η σπουδαιότητα της αποικιακής επέκτασης, βρήκε ιδεολογικό υπόβαθρο στις θεωρίες του Άνταμ Σμίθ, που αναγνωρίζοντας την ανάπτυξη του εμπορίου ως θετικό αποτέλεσμα της αποικιοκρατίας, άσκησε κριτική στον μονοπωλιακό χαρακτήρα της μερκαντιλιστικής θεώρησης, διατυμπανίζοντας την ανάγκη απελευθέρωσης των εμπορικών συναλλαγών. Αυτό το ιδεολογικό αγκάλιασμα της ιμπεριαλιστικής επεκτατικής φιλοσοφίας και της φιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας του ‘laisser faire’, αποτελεί ένα προοίμιο της σύγχρονης καπιταλιστικής θεώρησης των ελεύθερων αγορών.
Δυστυχώς όμως οι κατακτήσεις των αποικιακών αυτοκρατοριών έδωσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο για τη γέννηση αμφιλεγόμενων απόψεων περί της ανωτερότητας των ευρωπαϊκών λαών. Αυτό μπορεί αρχικά να ενίσχυσε την εθνική συνείδηση του ευρωπαίου, όμως αποτέλεσε πάτημα για την στρεβλή οπτική της φυλετικής ανωτερότητας, που αποτελεί προοίμιο του ρατσισμού. Η Ναπολεόντεια ‘εκπολιτιστική αποστολή’ των ευρωπαϊκών δυνάμεων, τους επόμενους αιώνες προσέλαβε διαστάσεις φυλετικής ταξινόμησης.
Εν κατακλείδι και εν συνόλω, η πιθανή θεώρηση του αποικιακού ανταγωνισμού του 18ου αιώνα μέσα από το πρίσμα της ισορροπίας δυνάμεων των ευρωπαϊκών χωρών, τοποθετεί την Ευρώπη σε ένα σύστημα λειτουργίας καθαρά ανταγωνιστικό. Στην χρονική φάση που περιγράφηκε στις προηγούμενες ενότητες, η Ευρώπη δείχνει περισσότερο ικανή να προχωρήσει διαχειριζόμενη τις ανομοιογένειες των κρατών της, σε ένα καθεστώς ισορροπίας των αντιθέσεων.
Αντίθετα, στην σημερινή εποχή και στη σύγχρονη συγκυρία, βασική επιδίωξη στα πλαίσια της ΕΕ, έχει καταστεί η εκμηδένιση των διαφορών και η συγκέντρωση και ομογενοποίηση των ευρωπαίων κάτω από μια κοινή ομπρέλα κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 133-135 και Berstein S. & Milza P., 1997, σελ. 285-288 και McNeill W., 2007, σελ 721-723
2-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 136-137 και Berstein S. & Milza P., 1997, σελ. 288-289 και Pagden A., 2004, σελ. 120
3-Berstein S. & Milza P., 1997, σελ. 290-291 και Pagden A., 2004, σελ. 109
4-Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 49-51
5-Pagden A., 2004, σελ. 107-109 και Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 51
6-Pagden A., 2004, σελ. 109-111
7-Pagden A., 2004, σελ. 118 και Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 51-53 και Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 202 και McNeill W., 2007, σελ 726
8-Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 52 και Pagden A., 2004, σελ. 112-113
9-Berstein S. & Milza P., 1997, σελ. 397 και Pagden A., 2004, σελ. 115-116
10-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 203 και McNeill W., 2007, σελ 727 και Pagden A., 2004, σελ. 128
11-Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 52-53
12-Pagden A., 2004, σελ. 122 και Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 204
13-Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 53-54 και Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 206
14-Berstein S. & Milza P., 1997, σελ. 474 και Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 205 και Pagden A., 2004, σελ. 124
15-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 203-204
16-Pagden A., 2004, σελ. 130-131
17-McNeill W., 2007, σελ 736-737
18-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 204 και Pagden A., 2004, σελ. 129-130 & 135
19-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 206 και Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 197
20-Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., 2003, τόμος Β, σελ. 193-194
21-Ράπτης Κ., 1999, τόμος Α, σελ 204 και Pagden A., 2004, σελ. 124-125
22-McNeill W., 2007, σελ 737-738 και Pagden A., 2004, σελ. 128
23-Pagden A., 2004, σελ. 134-135 & 197

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Αρβελέρ Ε. & Aymard Μ., Οι Ευρωπαίοι: Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, Τόμος Β’, Εκδόσεις ΣΑΒΒΑΛΑΣ, Αθήνα 2003.
2. Berstein S. & Milza P., Ιστορία της Ευρώπης: Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη 5ος-18ος Αιώνας, Τόμος 1, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1997.
3. McNeill W., Η άνοδος της Δύσης: Μια Ιστορία της Πανανθρώπινης Κοινότητας, μεταφρ. Κ Ραμπαβίλα, Εκδόσεις ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, Αθήνα 2007.
4. Pagden A., Λαοί και Αυτοκρατορίες, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ, Αθήνα 2004.
5. Ράπτης Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο Αιώνα, Τόμος Α’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999.

© Ιωάννης Ζήσης 2008